Η ιστορία της Lizzie Borden ζωντανεύει στο Netflix

Lizzie Borden took an axe,

And gave her mother forty whacks.

When she saw what she had done,

She gave her father forty-one.

Αυτό το μακάβριο παιδικό ποιηματάκι, που αντηχεί εδώ και πάνω από έναν αιώνα στις σχολικές αυλές της Αμερικής και στα παιδικά «πηγαδάκια», μετέτρεψε μια διπλή άγρια δολοφονία του 19ου αιώνα σε έναν από τους πιο ανθεκτικούς αστικούς μύθους της pop κουλτούρας. Ωστόσο, η πραγματικότητα πίσω από τους στίχους κρύβει την κάθε άλλο παρά «παιχνιδιάρικη» ιστορία της Lizzie Borden, μιας από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στον κόσμο του εγκλήματος.

Σήμερα, η πιο διάσημη ύποπτη της ιστορίας επιστρέφει δυναμικά στις οθόνες μας, καθώς είναι το κεντρικό πρόσωπο στην τέταρτη σεζόν της true-crime ανθολογίας των Ράιαν Μέρφι και Ίαν Μπρέναν, Monster: The Lizzie Borden Story στο Netflix. Με αφορμή, λοιπόν, το νέο streaming trend που έχει κερδίσει τους true crime enthusiasts, ξετυλίγουμε το κουβάρι της αληθινής ιστορίας, των παλιών adaptations, αλλά και της νέας σειράς που σημειώνει ρεκόρ στα streams!

Ήταν 4 Αυγούστου του 1892, στο Fall River της Μασαχουσέτης, όταν ανακαλύφθηκε το πτώμα του Andrew Borden, ο οποίος είχε εμφανώς χτυπηθεί από τσεκούρι 11 φορές, μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Στον επάνω όροφο βρισκόταν και το πτώμα της συζύγου του, Abby Borden, ο θάνατος της οποίας επήλθε επίσης από χτυπήματα τσεκουριού – 19 στη δική της περίπτωση – και υπολογίστηκε αργότερα ότι πρέπει να προηγήθηκε κατά περίπου 90 λεπτά αυτόν του συζύγου της. Τα πτώματα ανακάλυψε η Lizzie, η μικρότερη κόρη του Andrew από τον πρώτο του γάμο, η οποία παρόλο που δεν είχε φύγει από το σπίτι όλη μέρα, ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στον αχυρώνα την ώρα των φόνων, τους οποίος απέδιδε σε κάποιον εισβολέα.

Καθώς οι μοναδικοί άνθρωποι που βρίσκονταν στο σπίτι ήταν η ίδια η Lizzie και η Ιρλανδέζα οικιακή βοηθός Bridget Sullivan, οι υποψίες δεν άργησαν να πέσουν στην κόρη, η οποία με τον θάνατο του Andrew και της Abby, θα κληρονομούσε τη διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία του πατέρα της. Παρόλο που το ίδιο το όπλο που χρησιμοποιήθηκε για τους δύο φόνους δεν βρέθηκε, κάποιες ύποπτες κινήσεις και συμπεριφορές της Lizzie τις προηγούμενες μέρες αλλά και το επόμενο διάστημα, την τοποθέτησαν στο στόχαστρο. Οι τεταμένες σχέσεις της με τον πατέρα και τη μητριά της, κυρίως για οικονομικούς λόγους, καθώς και το γεγονός ότι ήταν εκείνη που ανακάλυψε τα πτώματα, χωρίς η ίδια ή η Bridget Sullivan  να έχουν δεχτεί οποιαδήποτε επίθεση από τον υποτιθέμενο «εισβολέα-δολοφόνο», ήταν τα βασικότερα επιχειρήματα για την κατηγορία της.

Η εκδίκαση της υπόθεσης αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς τα περισσότερα στοιχεία εναντίον της αποδεικνύονταν «συμπωματικά», χωρίς να υπάρχει κάποια ακράδαντη απόδειξη ενοχής, την ίδια στιγμή που η υπεράσπιση έκανε εξαιρετική δουλειά στην προβολή της Lizzie ως μιας καθώς πρέπει, θρησκευόμενης κόρης μιας ευυπόληπτης οικογένειας. Ο συντηρητισμός και ο ελιτισμός της βικτωριανής εποχής, όπως και οι προκαταλήψεις της κοινωνίας προς τις γυναίκες ως «αδύναμο φύλο», οδήγησαν τους ενόρκους στο συμπέρασμα ότι μια τόσο ευγενική, άπειρη και «εύθραυστη» κοπέλα, δε θα μπορούσε ούτε από άποψη ηθικής, ούτε και από άποψη σωματικής διάπλασης, να διαπράξει δύο τόσο βίαιους φόνους.

Η «δίκη του αιώνα» το 1893, έληξε με την πανηγυρική αθώωση της Lizzie, που αποτέλεσε είδηση για ολόκληρη την Αμερική. Η ίδια ωστόσο, παρόλο που κέρδισε την ελευθερία της, έζησε μια ζωή περιθωριοποιημένη από την τοπική κοινωνία, στη συνείδηση της οποίας ήταν πάντα «η δολοφόνος με το τσεκούρι», η οποία αποτέλεσε έμπνευση για πλήθος λαϊκών μύθων, βιβλίων και άλλων έργων. Το ίδιο το σπίτι της οικογένειας μάλιστα, το οποίο η Lizzie κράτησε αλλά δε συνέχισε να ζει εκεί, είναι σήμερα μουσείο, ενώ μέρος του έχει μετατραπεί και σε bed and breakfast, χαρίζοντας στους φανατικούς της υπόθεσης την ευκαιρία να διανυκτερεύσουν στο οίκημα και να συμμετέχουν σε θεματικές βραδιές και ξεναγήσεις. Στην ευρύτερη περιοχή, οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να επισκεφθούν και την έπαυλη Maplecroft όπου η Lizzie έζησε μετά την αθώωσή της, καθώς και τον οικογενειακό τάφο, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν κάνει λόγο για «στοιχειωμένα» περιστατικά στο σπίτι των Borden.

Αυτό τον καρό η ιστορία της Lizzie βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο, εξαιτίας της νέας σειράς του Netflix σχετικά με την υπόθεση, η οποία είναι για εβδομάδες στην κορυφή των προτιμήσεων των θεατών. Η μίνι σειρά 8 επεισοδίων, αν και διχάζει τους κριτικούς ως προς τα επινοημένα κομμάτια της ιστορίας και τις αυθαίρετες συνδέσεις της, έχει αναδειχθεί σε ένα μείγμα γοτθικού τρόμου, σεξουαλικού μελοδράματος και μαύρης κωμωδίας. Εδώ η ιστορία εξετάζεται μέσα από το πρίσμα της «γυναικείας οργής» (female rage) απέναντι στην καταπίεση της βικτωριανής οικογένειας, με τον Charlie Hunnam (γνωστό και για τον ρόλο του ως Ed Gein) να υποδύεται τον αυστηρό πατέρα, την Rebecca Hall ως κακιά μητριά, και την Ella Beatty στον ρόλο της Lizzie Borden.

Το σενάριο του Ίαν Μπρέναν παίρνει τεράστιες ιστορικές ελευθερίες, πατώντας επάνω στην υπόθεση μιας ομοφυλοφιλικής σχέσης μεταξύ της Lizzie και της Bridget, η οποία έχει υπονοηθεί και σε παλαιότερα adaptations, και δημιουργώντας συσχετισμούς με άλλες γνωστές «βασίλισσες» του crime, όπως η λαίδη Bathory και η Aileen Wuornos, στα πλαίσια της «εξεγερμένης» θηλυκότητας που καταλήγει στο έγκλημα. Περισσότερο ως μια νέα ανάγνωση στην ιστορία της Lizzie αλλά και άλλων γυναικών εγκληματιών, αλλά και ως σχόλιο στον τρόπο που η εγκληματολογία τις έχει κατατάξει, η νέα σεζόν του Monster αποτελεί ένα σκοτεινό, φεμινιστικό παραμύθι εκδίκησης, που όμως αποδεικνύει ότι το ενδιαφέρον του κοινού για την υπόθεση παραμένει αμείωτο, ειδικά δεδομένης της αθώωσης της Lizzie.

Περισσότερα από 130 χρόνια μετά, το Fall River μπορεί να έχει αλλάξει, αλλά τα ερωτήματα για τους δύο φόνους εξακολουθούν να υπάρχουν και το τετράστιχο τραγουδάκι που προέκυψε από την υπόθεση αντηχεί στους δρόμους μέχρι σήμερα!

Δείτε επίσης