Με τον ρεαλισμό και τη σκληρότητα που χαρακτηρίζει τα έργα του Kelly, η οποία φαίνεται να αναδύεται μέσα από τις πιο απλές, καθημερινές, φαινομενικά «αθώες» καταστάσεις και συνθήκες, το “Girls and Boys” αποτελεί τρανή δραματοποίηση του γνωμικού «τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται», ισορροπώντας ανάμεσα στο χιούμορ και την τραγωδία και αποκαλύπτοντας τις αθέατες μορφές αγριότητας που διαπερνούν την καθημερινότητα των σχέσεων. Για άλλη μια φορά, ο Kelly «ξεσκεπάζει» τη βία της διπλανής πόρτας και όλες τις φαινομενικά απλές, καθημερινές καταστάσεις που φαίνονται πιο αθώες απ’ όσο πραγματικά είναι.Ζητήματα όπως η έμφυλη ανισότητα και οι μηχανισμοί κανονικοποίησης της βίας, συνθέτουν τον δραματουργικό πυρήνα του έργου, δικαιολογώντας και τον «δυαδικό» τίτλο του.

Το κείμενο του Kelly είναι σίγουρα από τα δυνατά σημεία της παράστασης. Γραμμένο με αφηγηματική δεξιοτεχνία, ξεδιπλώνεται με τρόπο που αποφεύγει την εύκολη πρόβλεψη: ό,τι νομίζεις ότι ξέρεις αναιρείται, αυτό που δεν περιμένεις έρχεται ως κεραυνός. Η ενδοοικογενειακή βία δεν παρουσιάζεται εδώ ως στατιστικό ή ειδησεογραφική είδηση, αλλά ως κάτι που φυτρώνει μέσα από την καθημερινότητα, κρυμμένο πίσω από χαμόγελα, κοινά σχέδια και φαινομενικά φυσιολογικές επιλογές.

Ιδιαίτερα εύστοχη βέβαια, είναι η σκηνοθετική πρόταση της Λητώς Τριανταφυλλίδου και η επιλογή να δομηθεί η αφήγηση ως ένα εν τη γενέσει ντοκιμαντέρ: η ηρωίδα δεν περιγράφει απλώς, αλλά θυμάται, καταγράφει, οργανώνει, επιμελείται, σαν να πιάνει από την αρχή το νήμα των όσων συνέβησαν, ως εξωτερικός παρατηρητής, προσπαθώντας να επεξεργαστεί το τραύμα της, να βρει μια εξήγηση, και τελικά μια λύτρωση. Η τεχνική δίνει στον μονόλογο μια διπλή διάσταση, με την πράξη της αφήγησης να γίνεται ταυτόχρονα πράξη επιβίωσης. Την ίδια στιγμή ο θεατής δεν είναι παθητικός αποδέκτης μιας ιστορίας, αλλά νιώθει ότι παρακολουθεί ένα project inthe making, μια εσωτερική διαδικασία, που μοιάζει με εξομολόγηση αλλά και με ηδονοβλεπτική παρακολούθηση σκηνών απ’ τη ζωή που οι άνθρωποι συνήθως κρατούν κρυφή. Με τη χρήση του video και της live camera επί σκηνής, η αίσθηση αυτή ενισχύεται, και δημιουργείται μια συνθήκη που μοιάζει με προσωπικό ημερολόγιο σε μορφή βίντεο, κάτι που επιτρέπει στην ηρωίδα και στο κοινό να κρατά μια «ασφαλή» απόσταση από τα γεγονότα. Μια σκηνοθετική επιλογή που εμπλουτίζει τεχνικά τον μονόλογο, χωρίς να κουράζει, αλλά και χωρίς να υποβαθμίζει το κείμενο.

Σε έναν ερμηνευτικά και τεχνικά απαιτητικό μονόλογο, η παρουσία της Νατάσας Εξηνταβελώνη δίνει την εντύπωση ότι δε θα κατάφερνε να «γεμίσει» τη σκηνή αφ’ εαυτού της, καθώς ειδικά στο πρώτο μέρος του έργου, όπου η συνθήκη μοιάζει ακόμα πιο καθημερινή, η περσόνα της ίδιας μοιάζει να επιβάλλεται πιο πολύ στον ρόλο, παρά το αντίστροφο. Όμως με την εξέλιξη της πλοκής και τη σκηνική διαδικασία στην οποία υποβάλλει την πρωταγωνίστρια η σκηνοθετική συνθήκη, σταδιακά ηθοποιός και θεατές μοιάζει να εισάγονται όλο και βαθύτερα στο έργο και την ουσία του.
Ένα έργο κι ένας συγγραφέας που δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει καμία πραγματικότητα, και μια σκηνοθέτης που καταφέρνει να συνομιλήσει πολύ ουσιαστικά μαζί του, δημιουργούν ένα αποτέλεσμα που δεν αφήνει τον θεατή να φύγει καθησυχασμένος, αλλά προβλημτισμένος.