Και είναι ακριβώς αυτή η σκηνοθετική ματιά του Milivojević και το εικαστικό σύμπαν το οποίο δημιουργεί επί σκηνής, που κάνει τη φετινή παραγωγή να ξεχωρίζει. Κάθε επιλογή, σε χρώμα, σε φως, σε υφή, δημιουργεί συμβολισμούς και συνειρμούς που λειτουργούν ως σκηνική «γλώσσα» παράλληλη με το κείμενο του Ευριπίδη και την εύηχη και ρυθμική μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα. Η ζωώδης φύση του έρωτα και τα άγρια ένστικτα που ξυπνά στον άνθρωπο, το αδιέξοδο και οι κλειστές πόρτες που συναντά ο τραγικός ήρωας, η απόγνωση της Μήδειας μέσα στον κατεστραμμένο γάμο της και οι περιορισμοί που αντιμετωπίζει, ως γυναίκα, βάρβαρη, «μάγισσα», η καμένη γη που αφήνει στο πέρασμά της, τόσο ως κληροδότημα από το παρελθόν της, όσο και ως προοικονομία της τελευταίας τραγικής της πράξης. Εικόνες και αντικείμενα τα οποία συνθέτουν μια ηρωίδα με πολλαπλά πρόσωπα.
Ο Milivojević «διαβάζει» όλα τα επίπεδα της Μήδειας πέρα από τον μύθο και τη φήμη, και τα αποτυπώνει στο σκηνικό του περιβάλλον: την ερωτευμένη, τη γυναίκα που μάχεται, την προδομένη και συντετριμμένη σύζυγο, την απελπισμένη πρόσφυγα, τη στοργική μητέρα, αυτή που κατατρύχεται από τις πράξεις του παρελθόντος, αλλά και το βάρος της απόφασής της, μέχρι την τελευταία στιγμή. Η σταδιακή μεταμόρφωση/παραμόρφωση της σκηνής παρακολουθεί, σχεδόν σωματικά, την εσωτερική πορεία της Μήδειας προς την τραγική της κορύφωση: υλικά που φθείρονται, χρώματα που σκουραίνουν, ένας φαύλος κύκλος που διαλύεται, σκοτάδι που εξαπλώνεται καθώς η πλοκή σφίγγει τον κλοιό της.

Κορυφαία στιγμή της αφήγησης, η σκηνή της εκτέλεσης των παιδιών, την οποία ο σκηνοθέτης «μεταφράζει» με την πρακτική καταστροφή του οίκου, μετουσιώνοντας τον συμβολισμό της πράξης σε σκηνική δράση. Κάθε σφυριά της ηρωίδας στο πλαστό ομοίωμα σπιτιού, και μια απάντηση σε κάθε ταπείνωση που υπέστη, κάθε ανάσα πριν την επόμενη προσπάθεια, μια απόδειξη της δύναμης και του σθένους που απαιτούσε η πράξη της. Λίγο αργότερα, η σχεδόν «μετουσίωση» της Μήδειας σε φως, σε αντίστιξη με το σκοτάδι που επικρατεί στην υπόλοιπη σκηνή, αποτελεί τον πιο σαφή συμβολισμό του άπιαστου της Μήδειας και των δύο διαφορετικών κόσμων που εκπροσωπούν με τον Ιάσονα.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη δικαιώνει την ταύτισή της με τον ρόλο, χρωματίζοντας όλες τις όψεις και τις διαθέσεις από τις οποίες περνά η ηρωίδα κατά τη διάρκεια του έργου. Μια ηρωίδα που δεν παρουσιάζεται ως κακιά, σκληρή και ανάλγητη, αλλά ως προδομένη, οδηγημένη σε αδιέξοδο, ξεγελασμένη από τον έρωτα και την παραφορά του, κάτι για το οποίο καλείται τώρα να πληρώσει το τίμημα. Η ερμηνεία του Λάζαρου Γεωργακόπουλου, αν και πιο υποτονική, καταφέρνει να ζωγραφίσει την αλαζονεία που χαρακτηρίζει τον Ιάσονα, και να παρουσιάσει έναν άντρα που έχει μάθει να χρησιμοποιεί τους ανθρώπους και τις περιστάσεις προς όφελός του. Οι ζωικές μάσκες και η κινησιολογία του Χορού, λειτούργησε ως συλλογικό σώμα-καθρέφτης της πτώσης της ηρωίδας, με ακρίβεια και συνοχή.

Η live μουσική και η επί σκηνής παραγωγής όλων των ήχων της παράστασης με όργανα, αποτελεί μια ακόμα προσεγμένη λεπτομέρεια που ολοκληρώνει το σκηνικό σύμπαν του Milivojević και την αφήγησή του για την ιστορία της Μήδειας. Μια αφήγηση που τελειώνει υπογραμμίζοντας την σχεδόν προδιαγεγραμμένη μοίρα των ηρώων, με το απελπισμένα επαναλαμβανόμενο «ήταν ανάγκη» της Τροφού (Ρένη Πιττακή).