Νήματα τόσο ισχυρά, και ορισμένες φορές τόσο οικουμενικά, που δεν ξεπερνούν μόνο τα όρια της φόρμας, αλλά και του χρόνου, του τόπου, της γλώσσας. Όπως η ιδέα της αθανασίας, της αιώνιας ζωής, και η όλη σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο και τη θνητότητά του. Λίγοι μύθοι έχουν τόσο μακρύ βίο όσο αυτός του ανθρώπου που διαπραγματεύεται με τον διάβολο. Η ιδέα είναι απλή και γι’ αυτό ανθεκτική: κάτι λείπει από τη ζωή μας, χρήματα, νιότη, αγάπη, εξουσία… και κάπου υπάρχει κάποιος πρόθυμος να μας το δώσει, αρκεί να πληρώσουμε το ανάλογο τίμημα. Κάθε εποχή έρχεται να ξαναγράψει αυτή τη συμφωνία με τους δικούς της φόβους: άλλοτε την απώλεια της αγάπης, άλλοτε του χρόνου, άλλοτε με τον βραχνά της φτώχειας.
Σε αυτό το κείμενο ρίχνουμε μια ματιά σε έναν «διάλογο» που άνοιξε ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος με το παγκόσμιο ρεπερτόριο, περνώντας από τη μελαγχολική Γερμανία του 19ου αιώνα σε ένα αθηναϊκό σαλόνι με ένα σκάκι και δύο ηλικιωμένους φίλους. Το «Αλίμονο στους νέους» (1961) του Αλέκου Σακελλάριου, σε σενάριο του ίδιου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου, δεν κρύβει καν τη διακειμενική του καταγωγή· η ίδια η ταινία παραπέμπει ρητά στον Faust του Goethe, με τον πρωταγωνιστή της να ζητά ανοιχτά μια «ανάλογη συμφωνία» με τον διάβολο. Το ενδιαφέρον δεν είναι τόσο ότι η ταινία «δανείζεται» τον μύθο, όσο το πώς τον μεταφράζει με εντελώς διαφορετικούς όρους σε αστική κωμωδία της μεταπολεμικής Αθήνας, με δικά της ερωτήματα, δική της κλίμακα και, τελικά, δική της απάντηση.

Γεννημένος δύο αιώνες πριν από τον Goethe, ο μύθος του Faust μιλά «για τον άνθρωπο που κατέχεται από την άπληστη τάση να εξιχνιάσει τα μυστικά του κόσμου» και το έργο του Goethe εστιάζει σε μια περίπτωση ανθρώπου «που πήγασε από το πνεύμα της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, ο κατά βάθος άπιστος και σε απόγνωση άνθρωπος που συνεχώς αναρωτιέται και αμφιβάλλει» (Α. Τζούμα, «Οι κινηματογραφικές διασκευές του μύθου του Φάουστ σύμφωνα με τον Γκαίτε», 2020).
Για τον Πετρίδη, ο Faust αποτελεί μια τραγωδία με όλη την αριστοτελική σημασία της, ως μίμηση μιας κορυφαίας πράξης που μεταστρέφει την τύχη ενός σημαντικού ανθρώπου και προκαλεί στον θεατή έλεος και φόβο, οδηγώντας τον σε κάθαρση. Με την αμφιβολία, την απληστία, την ανάγκη για το απόλυτο, για απαντήσεις, για λύσεις πάση θυσία, και το γνωστό “what if” να αποτελούν έμφυτες αδυναμίες του ανθρώπου διαχρονικά, τόσο ο αρχικός μύθος του Faust, όσο και το έργο του Goethe, αποτέλεσαν γόνιμο έδαφος για έργα που ήθελαν να μιλήσουν για την ακατανίκητη επιθυμία του ανθρώπου να φτάσει το άπιαστο.

Αντίστοιχα, στο «Αλίμονο στους νέους», ο Σακελλάριος επικεντρώνει τον προβληματισμό του και τη βασική ιδέα της πλοκής του στο «αν αρκούν τα νιάτα για να κάνουν έναν άνθρωπο ευτυχισμένο» (Α. Τζούμα) και κρατά τον πυρήνα της συμφωνίας, όπως αυτός υπήρξε στο αρχικό έργο, αλλά αλλάζει ριζικά το διακύβευμα. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με την υπέρτατη γνώση και τις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου που θέλει να φτάσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων του, οι οποίες διακόπτονται από «το μεταξύ φωτεινό διάστημα που λέμε ζωή». Εδώ ο έρωτας και η αγάπη ανάγονται στο νόημα της ζωής το οποίο ο ήρωας αισθάνεται ότι παραμέλησε στον βωμό της γνώσης, της επιτυχίας, του πλούτου.

Με την αφήγηση εντός της ίδιας της ταινίας να κινείται σε δύο επίπεδα – πραγματικό και φαντασιακό, καθώς βλέπουμε τη μία πιθανή τροπή των γεγονότων στο όνειρο του πρωταγωνιστή, και έπειτα τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην αφηγηματική πραγματικότητα – η νιότη, ο έρωτας, το χρήμα, η δύναμη (έννοιες που παρουσιάζονται και στο έργο του Goethe) παίρνουν τη δική τους θέση στην ταινία του Σακελλάριου. Ενθουσιασμένος με τη νεαρή Ρίτα ο πρωταγωνιστής, αλλά και πιστός στις αξίες του έρωτα, ονειρεύεται μια ενδεχόμενη πραγματικότητα όπου απαρνείται όλα του τα πλούτη, με αντάλλαγμα τη νεότητα, που πιστεύει ότι θα είναι και το εισιτήριο για να ζήσει έναν αληθινό έρωτα με την αγαπημένη του. Βλέποντας, ωστόσο, στο όνειρό του, πως η φτώχεια θα αναγκάσει τη Ρίτα να παντρευτεί τον ηλικιωμένο φίλο του – ο οποίος αποτελεί ταυτόχρονα τρόπον τινά μια αντανάκλαση του ίδιου στον πραγματικό κόσμο – αντιλαμβάνεται πως η πραγματική αγάπη δίνει ελευθερία και επιλογή. Αποφασίζει τότε να εκφράσει τελικά την αγάπη του, δίνοντας στη νεαρή Ρίτα τα χρήματα που χρειάζεται για να παντρευτεί εκείνον που πραγματικά θέλει, αναδεικνύοντας έτσι μια άλλη οπτική για το νόημα της ζωής και την αληθινή ευτυχία, και φέρνοντας τη λογική του happy end στην κλασική ιστορία.

Το «Αλίμονο στους νέους» δείχνει έτσι κάτι πολύτιμο για τη διακειμενικότητα γενικότερα: ένα έργο δεν χρειάζεται να αντιγράψει την πλοκή ή την τραγική κατάληξη του προτύπου του για να παραμείνει πιστό στη δομική του ερώτηση. Αρκεί να κρατήσει το θεμελιώδες δίλημμά του ως σκελετό, και να αφήσει την ίδια την εποχή του, με τις δικές της αγωνίες για χρήμα, νιότη και επιβίωση, να γράψει τη δική της απάντηση. Ο Goethe αφήνει τον Faust του να φύγει έχοντας μάθει ότι η γνώση δεν αρκεί· ο Σακελλάριος αφήνει τον Ανδρέα του να ξυπνήσει έχοντας μάθει ότι ούτε η νιότη αρκεί. Ανάμεσα σε μια γερμανική τραγωδία του 19ου αιώνα και μια αθηναϊκή κωμωδία του 1961 δεν μεσολαβεί μόνο ένας αιώνας και μια αλλαγή γλώσσας και περιβάλλοντος, μεσολαβεί η απόφαση κάθε αφηγητή να φωτίσει μια άλλη εκδοχή του ίδιου ερωτήματος. Ένα ερώτημα που ίσως τελικά να απαντάται με «μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη, που ‘χει στα χείλη μπλέξει, και δεν τολμά να βγει».