Βαγγέλης Μανουβέλος: “Νομίζω ότι πολλές φορές προσπαθούμε να δώσουμε στις σχέσεις ένα σχήμα, να τις ονομάσουμε, να τις ορίσουμε…”

Με αφορμή το βιβλίο του “Οι έξι πλευρές του τριγώνου” από τις εκδόσεις Επίκεντρο, ο Βαγγέλης Μανουβέλος έδωσε μια συνέντευξη στο Savoire, για τις σχέσεις, τη λογοτεχνία και τη συγγραφή.

1. Τι σας παρακίνησε να γράψετε τις «Έξι πλευρές του τριγώνου»;
Αφετηρία ήταν η επιθυμία να γράψω για τις ανθρώπινες σχέσεις χωρίς να προσπαθήσω να βάλω ταμπέλες. Να μιλήσω για τις αντιφάσεις τους, τις στιγμές κατά τις οποίες αυτό που αισθανόμαστε δεν συμφωνεί απαραίτητα με αυτό που θεωρούμε σωστό, αλλά και τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε την αγάπη, την επιθυμία, την πίστη, τη συντροφικότητα, την
ελευθερία. Νομίζω ότι πολλές φορές προσπαθούμε να δώσουμε στις σχέσεις ένα σχήμα, να τις ονομάσουμε, να τις ορίσουμε, γιατί έτσι αισθανόμαστε ασφαλέστεροι. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο διαφορετική. Πιο απείθαρχη. Από αυτή τη σκέψη γεννήθηκε και το τρίγωνο του τίτλου. Το τρίγωνο είναι ένα γεωμετρικό σχήμα, έχει τρεις πλευρές, τρεις κορυφές, συγκεκριμένους κανόνες.
Αντίθετα, οι ανθρώπινες σχέσεις δεν υπακούν στη γεωμετρία. Οι πλευρές τους πολλαπλασιάζονται, οι αποστάσεις αλλάζουν, οι κορυφές μετακινούνται διαρκώς. Έτσι προέκυψαν οι έξι άνθρωποι του βιβλίου, διαφορετικοί σε ηλικία, σεξουαλικότητα, εμπειρίες, επιθυμίες και τρόπο ζωής, οι οποίοι συναντιούνται και δημιουργούν ένα δίκτυο σχέσεων το οποίο κανείς δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα.
Περισσότερο από μια ιστορία για τον έρωτα ήθελα να γράψω μια ιστορία για το πώς σχετιζόμαστε. Για όσα ζητάμε από τους άλλους, για όσα δεν τολμάμε να ζητήσουμε, για όσα περιμένουμε και κυρίως για το τι συμβαίνει όταν οι ανάγκες μας παύουν να συμπίπτουν.

2. Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε την ιστορία μέσα από έξι διαφορετικές οπτικές;
Ακριβώς επειδή δεν ήθελα να υπάρχει μία μοναδική, προνομιακή εκδοχή της ιστορίας. Σε μια σχέση κι ακόμη περισσότερο σε ένα ολόκληρο πλέγμα σχέσεων δεν υπάρχει ένας άνθρωπος που να κατέχει ολόκληρη την αλήθεια. Ο καθένας γνωρίζει ένα μέρος της, αλλά ταυτόχρονα κατασκευάζει και τη δική του εκδοχή μέσα από τις επιθυμίες, τις ανασφάλειες, τις μνήμες και τους φόβους του. Με ενδιέφερε λοιπόν να δούμε το ίδιο πρόσωπο μέσα από διαφορετικά βλέμματα. Ένας ήρωας μπορεί να πιστεύει κάτι για τον εαυτό του και λίγες σελίδες αργότερα να τον συναντάμε μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου και να βλέπουμε έναν διαφορετικό άνθρωπο. Όχι επειδή κάποιος από τους δύο λέει απαραίτητα ψέματα, αλλά επειδή κι οι δύο βλέπουν μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Αυτό
συμβαίνει άλλωστε και στη ζωή μας. Είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι μέσα στις διαφορετικές σχέσεις μας. Οι έξι αφηγηματικές φωνές έδωσαν επίσης τη δυνατότητα να μη λειτουργήσω ως συγγραφέας-δικαστής. Δεν ήθελα να υποδείξω ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, ποιος είναι ο «καλός» και ποιος ο «κακός» μιας σχέσης. Ήθελα κάθε ήρωας να έχει τον χώρο να υπερασπιστεί τη δική του εκδοχή. Και στη συνέχεια ο αναγνώστης να βρεθεί μπροστά στη δυσκολότερη θέση, να αρχίσει να καταλαβαίνει ενδεχομένως ακόμη και κάποιον με τον οποίο διαφωνεί.

3. Ποιος από τους έξι ήρωες σας δυσκόλεψε περισσότερο στη συγγραφή;
Θα έλεγα ο Ορέστης. Και αυτό όχι μόνο επειδή είναι non-binary, αλλά επειδή από την αρχή αισθανόμουν μια ιδιαίτερη ευθύνη απέναντι στον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Δεν ήθελα η ταυτότητα φύλου να μετατραπεί ούτε σε συγγραφικό εύρημα ούτε στο μοναδικό στοιχείο που τον καθορίζει. Ο Ορέστης έπρεπε πρώτα απ’ όλα να υπάρξει ως ολοκληρωμένο μυθιστορηματικό πρόσωπο. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να έχει όλες τις αντιφάσεις που επιτρέπουμε αυτονόητα στους υπόλοιπους χαρακτήρες. Να είναι τρυφερός και εγωιστής, γενναίος και φοβισμένος, να μπορεί να καταλαβαίνει τους άλλους αλλά και να τους αδικεί, να ερωτεύεται, να ζηλεύει, να κάνει λανθασμένες επιλογές. Θα θεωρούσα αποτυχία αν ο αναγνώστης έκλεινε το βιβλίο και θυμόταν τον Ορέστη απλώς ως «τον non-binary ήρωα».
Υπήρχε επίσης η δυσκολία της φωνής. Ο Ορέστης είναι είκοσι πέντε ετών και έπρεπε να μιλήσει με τη δική του γλώσσα και να κοιτάξει τον κόσμο από τη δική του γενιά, χωρίς αυτό να καταλήξει σε μίμηση ή καρικατούρα μιας νεότερης ηλικίας. Όταν όμως άρχισε να αποκτά τη δική του φωνή, έγινε για μένα ένας από τους χαρακτήρες που κινούν ουσιαστικά ολόκληρο το βιβλίο.

 

4. Υπήρξε κάποια στιγμή που η ιστορία πήρε διαφορετική πορεία από αυτήν που είχατε αρχικά σχεδιάσει;
Βεβαίως. Ξεκίνησα έχοντας έναν σχεδιασμό, γιατί χρειάζεται να γνωρίζω προς τα πού περίπου κινούμαι. Όσο όμως γράφεις, οι χαρακτήρες αποκτούν ένα παρελθόν, έναν τρόπο σκέψης, συγκεκριμένες επιθυμίες κι αντιδράσεις. Και τότε έρχεται μια στιγμή κατά την οποία μια πράξη που είχες αρχικά σχεδιάσει γι’ αυτούς παύει να τους ταιριάζει. Αν την επιβάλεις μόνο και μόνο επειδή υπήρχε στο αρχικό πλάνο, ο χαρακτήρας αρχίζει να υπηρετεί την πλοκή αντί να συμβαίνει το αντίστροφο.
Αυτό συνέβη αρκετές φορές στις «Έξι πλευρές του τριγώνου». Οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων άρχισαν να αποκτούν δυναμικές που δεν είχα προβλέψει απόλυτα. Κάποιοι χαρακτήρες πλησίασαν περισσότερο μεταξύ τους, άλλοι απομακρύνθηκαν, ενώ ορισμένες αντιδράσεις τους με ανάγκασαν να ξανασκεφτώ την εξέλιξη που είχα σχεδιάσει. Νομίζω, αυτή είναι μία από τις ωραιότερες στιγμές της συγγραφής, όταν αντιλαμβάνεσαι ότι το βιβλίο αρχίζει να σου αντιστέκεται. Δεν σημαίνει φυσικά ότι οι ήρωες γράφουν μόνοι τους, ο συγγραφέας εξακολουθεί να παίρνει τις αποφάσεις. Σημαίνει όμως ότι έχεις δημιουργήσει χαρακτήρες με αρκετή εσωτερική συνοχή ώστε κάποιες αποφάσεις να μην είναι πλέον δυνατές χωρίς να τους προδώσεις.

5. Ένας από τους βασικούς ήρωες είναι non-binary. Τι θέλατε να αναδείξετε μέσα από την ιστορία του;
Το πρώτο που ήθελα ήταν, κατά κάποιον τρόπο, να μην «αναδείξω» κάτι μέσω του Ορέστη. Δηλαδή να μη χρησιμοποιήσω έναν non-binary χαρακτήρα για να μεταφέρω ένα έτοιμο μήνυμα ή για να εκπροσωπήσει μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων. Ο Ορέστης δεν είναι εκεί για να εξηγήσει στον αναγνώστη τι σημαίνει non-binary. Είναι εκεί επειδή είναι ένας από τους έξι ανθρώπους αυτής της
ιστορίας. Φυσικά, η ταυτότητα φύλου επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει στον κόσμο
και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι τον αντιμετωπίζουν. Με ενδιέφερε πολύ το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού, πόσο αυτονόητο θεωρούμε ότι έχουμε το δικαίωμα να ορίζουμε εμείς τον άλλον, να τον τοποθετούμε σε κατηγορίες που μας είναι οικείες, ακόμη κι όταν ο ίδιος μας λέει ότι δεν ανήκει σε αυτές.
Ταυτόχρονα ήθελα να του δώσω το δικαίωμα στην κανονικότητα και κυρίως στην ατέλεια. Ένας χαρακτήρας που ανήκει σε μια κοινωνική ομάδα η οποία δεν εκπροσωπείται συχνά στη λογοτεχνία κινδυνεύει να παρουσιαστεί σχεδόν εξιδανικευμένος. Δεν το ήθελα αυτό. Ο Ορέστης δικαιούται να κάνει λάθη, να γίνει άδικος, να είναι αντιφατικός, να πληγώσει ανθρώπους. Η ισότιμη παρουσία στη
λογοτεχνία σημαίνει και το δικαίωμα ενός χαρακτήρα να μην είναι υποδειγματικός.

6. Μπορούμε να αγαπάμε κάποιον και παρ’ όλα αυτά να μην πρέπει να είμαστε μαζί του;
Ναι, και θα έλεγα ότι αυτή η ερώτηση βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου. Συχνά έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την αγάπη ως τελική κατάσταση. Εφόσον δύο άνθρωποι αγαπιούνται πρέπει να είναι μαζί, κι αν δεν καταφέρουν να είναι μαζί τότε κάπου απέτυχαν. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ισχύει αυτό. Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα, δεν είναι συμβόλαιο συμβατότητας. Δύο άνθρωποι
μπορούν να αγαπιούνται βαθιά και ταυτόχρονα να επιθυμούν διαφορετικά πράγματα από τη ζωή ή από τη σχέση τους. Μπορεί ο ένας να χρειάζεται μια μορφή εγγύτητας που ο άλλος βιώνει ως περιορισμό. Μπορεί αυτό που προσφέρει ο ένας να μην είναι αυτό που χρειάζεται ο άλλος. Και τίποτε από αυτά να μην ακυρώνει αναγκαστικά την αγάπη μεταξύ τους.
Με ενδιέφερε να απομακρυνθώ από την ιδέα ότι η αγάπη είναι πάντοτε μια δύναμη που ενώνει. Μπορεί να είναι, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Μερικές φορές αγαπάμε και φεύγουμε. Άλλες φορές αγαπάμε κι αφήνουμε τον άλλον να φύγει. Και ίσως η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να δεχτούμε ότι το τέλος μιας σχέσης δεν σημαίνει υποχρεωτικά και διάψευση όσων προηγήθηκαν. Κάτι μπορεί να υπήρξε αληθινό, σημαντικό και πολύτιμο και παρ’ όλα αυτά να τελειώσει.

7. Πού τελειώνει η προσωπική ελευθερία όταν οι επιλογές μας πληγώνουν τους άλλους;
Είναι ένα ερώτημα στο οποίο δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια καθαρή απάντηση κι ίσως γι’ αυτό με απασχόλησε πολύ γράφοντας το βιβλίο. Από τη μία πλευρά, κανείς δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή του με μοναδικό κριτήριο να μην πληγώσει ποτέ κανέναν. Αν συνέβαινε αυτό, θα έπρεπε να παραμένουμε σε σχέσεις που δεν επιθυμούμε, να καταπιέζουμε όσα αισθανόμαστε, να μη διεκδικούμε αλλαγές επειδή κάποιος άλλος ενδέχεται να πονέσει. Από την άλλη πλευρά, η επίκληση της προσωπικής ελευθερίας δεν μπορεί να μας απαλλάσσει από κάθε ευθύνη απέναντι στους ανθρώπους με τους οποίους σχετιζόμαστε. Το «είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω» είναι μια πολύ εύκολη φράση, όταν τις συνέπειες των πράξεών μας τις υφίσταται κάποιος άλλος. Νομίζω λοιπόν ότι το κρίσιμο σημείο βρίσκεται περισσότερο στην ευθύνη παρά στον περιορισμό της ελευθερίας. Έχω δικαίωμα να αλλάξω, να πάψω να αγαπώ, να ερωτευτώ, να φύγω, να αναζητήσω μια διαφορετική ζωή. Έχω όμως ταυτόχρονα την ευθύνη να αναγνωρίσω ότι οι επιλογές μου έχουν συνέπειες. Να μην εξαπατώ, να μην χειραγωγώ, να μην απαιτώ από τον άλλον να αποδεχτεί αδιαμαρτύρητα αυτό
που εγώ ονομάζω ελευθερία. Αυτή τη δύσκολη ισορροπία προσπαθούν κι αρκετές
φορές αποτυγχάνουν να βρουν κι οι έξι ήρωες.

8. Είδα ότι το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον «Κύκλο της Βασίλης». Θα θέλατε να μας πείτε ποιος είναι;
Ο «Κύκλος της Βασίλης» είμαστε μια ομάδα φίλων που συνδεόμαστε μεταξύ μας μέσα από την αγάπη μας για τη λογοτεχνία και τη γραφή. Αποτελείται από τη Ζέττα Μπαρμπαρέσσου, τη Μαρία Δριμή, τον Λεωνίδα Βουρδονικόλα, τη Μάρω Κακαβέλα, τη Χρύσα Γκοτζαμάνη, τη Δέσποινα Τσίτουρα, τη Στρατονίκη Ζαρμποζάνη, τη Μαριάντζελα Κατσιαβριά κι εμένα. Διαβάζουμε, γράφουμε,
σχολιάζουμε, τσακωνόμαστε. Διαφωνούμε στα πάντα, όμως προσπαθούμε να διοχετεύουμε αυτές τις διαφωνίες μας στη δημιουργία πιο ισορροπημένων κειμένων. Για μένα ο Κύκλος είναι ένας χώρος στον οποίο ένα κείμενο μπορεί να διαβαστεί, να δοκιμαστεί, να αμφισβητηθεί και να συζητηθεί χωρίς ευκολίες. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στη συγγραφή, γιατί όταν δουλεύεις για μεγάλο διάστημα πάνω σε ένα βιβλίο χάνεις αναπόφευκτα κάποια στιγμή την απόσταση από αυτό. Χρειάζεσαι
ανθρώπους που δεν θα σου πουν απλώς ότι κάτι τους αρέσει, αλλά θα εντοπίσουν εκείνο που δεν λειτουργεί, θα θέσουν μια ερώτηση που δεν είχες σκεφτεί ή θα σε αναγκάσουν να ξαναδείς κάτι που θεωρούσες δεδομένο.
Γι’ αυτό και θέλω να αναφερθώ στις γόνιμες προτάσεις και στην πολύτιμη συμπαράσταση της ομάδας, μιας συλλογικής συνομιλίας γύρω από τη γραφή της καθεμιάς και του καθενός μας, η οποία συνόδευσε και το συγκεκριμένο βιβλίο. Και φυσικά παρότι η συγγραφή είναι κατεξοχήν μοναχική διαδικασία, είναι υπέροχο ότι ένα βιβλίο πριν φτάσει στους αναγνώστες, έχει περάσει μέσα από έναν μικρό κύκλο ανθρώπων που το είδαν να διαμορφώνεται, το συζήτησαν και το βοήθησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, να βρει την τελική του μορφή.

9. Τι θα θέλατε να μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο;
Θα απέφευγα να πω ότι θέλω να μείνει ένα συγκεκριμένο μήνυμα, γιατί δεν έγραψα το βιβλίο για να οδηγήσω τον αναγνώστη σε ένα προκαθορισμένο συμπέρασμα. Θα προτιμούσα να μείνουν κάποιες αμφιβολίες και κάποια ερωτήματα. Να αναρωτηθεί, για παράδειγμα, για το πόσο καλά γνωρίζουμε τελικά τους ανθρώπους που βρίσκονται πιο κοντά μας. Πόσο πραγματικά αγαπάμε τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας και πόσο την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει εμείς γι’ αυτόν. Πόσο εύκολα ακούμε πραγματικά τι μας λέει ο άλλος όταν αυτό που λέει συγκρούεται με όσα εμείς θέλουμε από εκείνον. Θα ήθελα επίσης, ίσως να μείνει μια μεγαλύτερη ανοχή απέναντι στην ανθρώπινη
αντίφαση. Οι άνθρωποι μπορούν να αγαπούν και να πληγώνουν, να είναι γενναιόδωροι κι εγωιστές, να γνωρίζουν ποιο είναι το σωστό και παρ’ όλα αυτά να κάνουν το αντίθετο. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι συμπεριφορές δικαιολογούνται. Σημαίνει όμως ότι οι άνθρωποι είναι συνήθως πιο σύνθετοι από την κρίση που σχηματίζουμε γι’ αυτούς. Κι ίσως γι’ αυτό οι έξι πλευρές του τίτλου να είναι τελικά πολύ περισσότερες. Γιατί κάθε άνθρωπος αλλάζει ανάλογα με το βλέμμα που στρέφεται πάνω του, αλλά κι ανάλογα με τη στιγμή της ζωής του στην οποία τον συναντάμε. Αν ο αναγνώστης κλείσει το βιβλίο χωρίς να είναι απολύτως βέβαιος ποιον από τους έξι να δικαιώσει και ποιον να καταδικάσει, προσωπικά θα το θεωρούσα επιτυχία.

10. Ποιο είναι το επόμενο συγγραφικό σας βήμα;
Υπάρχει ήδη ένα επόμενο κείμενο που έχει προχωρήσει αρκετά, αλλά δεν αισθάνομαι ακόμη την ανάγκη να το παρουσιάσω δημόσια ή να πω πολλά γι’ αυτό. Έχω έναν συγκεκριμένο τρόπο που δουλεύω τα κείμενά μου, όταν ολοκληρώσω μια πρώτη ουσιαστική γραφή, χρειάζομαι να απομακρυνθώ από αυτήν. Να αφήσω το κείμενο στην άκρη για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα και μετά να επιστρέψω σε αυτό. Αυτή η απόσταση είναι για μένα απαραίτητη. Όταν μόλις έχεις ολοκληρώσει ένα κείμενο, εξακολουθείς να θυμάσαι τι ήθελες να πεις και πολλές φορές διαβάζεις πάνω στη σελίδα την πρόθεσή σου αντί για αυτό που πραγματικά έχεις γράψει. Όταν επιστρέφεις μήνες αργότερα, έχεις ξεχάσει αρκετές από τις προσδοκίες σου, ώστε να μπορείς να το δεις σχεδόν σαν κείμενο κάποιου άλλου. Τότε αρχίζει μια δεύτερη και πολύ σημαντική φάση της συγγραφής: νέα επεξεργασία του κειμένου, επιπλέον περικοπές κι αλλαγές, επανεξέταση χαρακτήρων και σκηνών, όλα εκείνα που μετατρέπουν ένα ολοκληρωμένο πρώτο χειρόγραφο σε βιβλίο.
Επομένως, δεν βιάζομαι να ανακοινώσω το επόμενο βήμα. Αυτή την περίοδο θέλω «Οι έξι πλευρές του τριγώνου» να κάνουν τη δική τους διαδρομή. Το επόμενο βιβλίο θα έρθει όταν ολοκληρώσει κι εκείνο τον χρόνο που χρειάζεται μακριά από μένα, ώστε να μπορέσω να επιστρέψω και να το δω ξανά από την αρχή.

Δείτε επίσης