Για πολλά χρόνια, το ελληνικό κρασί έμοιαζε να αναζητά το μεγάλο του κόκκινο αφήγημα. Το Αγιωργίτικο έδωσε πλούτο και εμπορική δυναμική, το Ξινόμαυρο απέκτησε σχεδόν μυθικό status χάρη στην πολυπλοκότητα και τη δυνατότητα παλαίωσης, όμως κάπου ανάμεσα στις γνωστές ποικιλίες, ένα σχεδόν ξεχασμένο σταφύλι της Βοιωτίας αρχίζει αργά αλλά σταθερά να διεκδικεί τον δικό του χώρο: το Μουχτάρο.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το Μουχτάρο ήταν ουσιαστικά άγνωστο ακόμη και σε μεγάλο μέρος του ελληνικού οινικού κόσμου. Μια σπάνια ερυθρή ποικιλία με βαθιές ρίζες στην κοιλάδα των Μουσών, στις πλαγιές του Ελικώνα, που λίγο έλειψε να εξαφανιστεί οριστικά. Η ιστορία του θυμίζει σχεδόν διάσωση αρχαιολογικού ευρήματος. Λίγα παλιά κλήματα σώθηκαν χάρη στην επιμονή ορισμένων ανθρώπων που πίστεψαν ότι αυτό το σταφύλι έκρυβε κάτι ξεχωριστό. Και τελικά, μάλλον είχαν δίκιο.

Το Μουχτάρο δεν μοιάζει με τις περισσότερες ελληνικές ερυθρές ποικιλίες. Διαθέτει βαθύ χρώμα, έντονη αρωματική συμπύκνωση και μια σχεδόν σκοτεινή προσωπικότητα. Μαύρα φρούτα, βιολέτα, πιπέρι, βοτανικές νότες και μια γήινη αίσθηση συνυπάρχουν σε κρασιά που συχνά συνδυάζουν δύναμη και φρεσκάδα με τρόπο απρόσμενο. Οι τανίνες του είναι πλούσιες αλλά όχι άγριες, ενώ η φυσική του οξύτητα του δίνει δομή και προοπτική παλαίωσης.
Αυτό όμως που κάνει το Μουχτάρο πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι διαθέτει χαρακτήρα. Σε μια εποχή όπου πολλά διεθνή κρασιά μοιάζουν να κινούνται προς μια ομογενοποιημένη αισθητική, το Μουχτάρο παραμένει ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο. Δεν προσπαθεί να θυμίσει Bordeaux ή Super Tuscan. Δεν κυνηγά την υπερωρίμανση ή την υπερβολική χρήση βαρελιού. Έχει μια ιδιότυπη ελληνικότητα, που συνδυάζει τη μεσογειακή ωριμότητα με μια σχεδόν ορεινή αυστηρότητα.
Η περιοχή από την οποία προέρχεται παίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Η κοιλάδα των Μουσών και γενικότερα η Βοιωτία παραμένουν, μέχρι σήμερα, σχετικά υποτιμημένες οινικά. Κι όμως, διαθέτουν υψόμετρο, παλιά αμπέλια, ιδιαίτερα εδάφη και ένα μικροκλίμα που μπορεί να δώσει κρασιά με ταυτότητα. Το γεγονός ότι το Μουχτάρο δεν έχει ακόμη συνδεθεί με μαζική παραγωγή ή τουριστική υπερέκθεση, λειτουργεί σχεδόν υπέρ του. Υπάρχει ακόμη χώρος για προσεκτική ανάπτυξη, πειραματισμό και χτίσιμο μύθου.

Για να γίνει όμως το “next big thing” του ελληνικού αμπελώνα, το Μουχτάρο χρειάζεται ορισμένα πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, συνέπεια. Οι παραγωγοί που το δουλεύουν οφείλουν να συνεχίσουν να επενδύουν στην ποιότητα και όχι στον εύκολο εντυπωσιασμό. Η ποικιλία έχει ένταση από μόνη της· δεν χρειάζεται υπερβολές στην εκχύλιση ή στο βαρέλι για να αποδείξει την αξία της.
Χρειάζεται επίσης αφήγημα. Το διεθνές κρασί σήμερα δεν πουλά μόνο γεύση· πουλά ιστορία, τόπο και αυθεντικότητα. Και το Μουχτάρο διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία: σπανιότητα, σχεδόν μυθική καταγωγή και έναν χαρακτήρα που δεν θυμίζει τίποτα άλλο στον ελληνικό αμπελώνα.
Παράλληλα, μπορεί να λειτουργήσει ιδανικά και ως γέφυρα ανάμεσα στο παλιό και το νέο ελληνικό κρασί. Είναι μια γηγενής ποικιλία με ξεκάθαρη ταυτότητα, αλλά και με αρκετή δύναμη ώστε να σταθεί σε πιο σύγχρονες, διεθνείς οινικές απαιτήσεις. Μπορεί να δώσει κρασιά που θα εντυπωσιάσουν τόσο έναν έμπειρο οινόφιλο όσο και κάποιον που αναζητά κάτι νέο και διαφορετικό.
Το ελληνικό κρασί βρίσκεται εδώ και χρόνια σε μια ανοδική πορεία. Ίσως λοιπόν έχει έρθει η στιγμή να αποκτήσει ακόμη ένα μεγάλο κόκκινο σταφύλι-σύμβολο. Και ίσως αυτό το σταφύλι να κρυβόταν τόσα χρόνια στις πλαγιές του Ελικώνα, περιμένοντας απλώς να το ανακαλύψουμε ξανά.
Κύρια κτήματα παραγωγής Μούχταρου:
- Κτήμα Μουσών — Το κτήμα που ουσιαστικά διέσωσε και επανέφερε το Μούχταρο στο προσκήνιο του ελληνικού αμπελώνα. Θεωρείται ο βασικός πρεσβευτής της ποικιλίας.
- Samartzis Estate Wines — Από τους πιο σοβαρούς σύγχρονους εκφραστές του Μούχταρου, με ιδιαίτερη έμφαση στο terroir της Κοιλάδας των Μουσών και single vineyard λογική.