Ήταν 23 Σεπτέμβρη του 1998, όταν σύσσωμος ο ελληνικός κόσμος «πάγωσε» μπροστά στους τηλεοπτικούς δέκτες του, παρακολουθώντας τον καταζητούμενο Σορίν Ματέι, να συνομιλεί ζωντανά στον αέρα του ΣΚΑΪ με τον Νίκο Ευαγγελάτο, σε απευθείας σύνδεση, από το σπίτι της οδού Νιόβης, όπου κρατούσε τέσσερις ομήρους υπό την απειλή χειροβομβίδας. Ήταν 15 ημέρες πριν το περιστατικό, που ο κακοποιός είχε για έκτη φορά διαφύγει από τις αρχές, χρησιμοποιώντας τότε ως όμηρο έναν αστυνομικό. Με τη δημόσια εικόνα της αστυνομίας αλλά και τον υπηρεσιακό «εγωισμό» του σώματος να έχει πληγεί βαριά, η υπόθεση ήταν πλέον ζήτημα τιμής για τις αρχές. Στο «πληγωμένο εγώ» των αστυνομικών αρχών είναι που εστιάζει και η ταινία, ως ένα από τα κύρια αίτια της σωρείας λαθών που έγιναν στην επιχείρηση εκείνης της νύχτας.
Τοποθετώντας τη δράση λίγο αργότερα, στις παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1999, με τη νέα χιλιετία να αποτελεί για άλλους μια υπόσχεση και για άλλους ένα τέλος (ας θυμηθούμε τις φήμες περί «τέλους του κόσμου» το 2000), η ταινία βάζει την ιστορία στο μεταίχμιο δύο εποχών, δηλώνοντας υπόρρητα ίσως, και το πώς η αληθινή ιστορία αποτέλεσε τη χαριστική βολή για την κατάρρευση ενός συστήματος που χώλαινε, και μετέπειτα υποχρεώθηκε να εκσυγχρονιστεί.
Ένα διαμέρισμα, μια οικογένεια, τέσσερις όμηροι, ένας κακοποιός και μια απασφαλισμένη χειροβομβίδαδημιουργούν ένα κλειστοφοβικό κλίμα και μια κλιμακούμενη αγωνία. Με στοιχεία θρίλερ και λιγότερο αστυνομικής ιστορίας, η ταινία παρακολουθεί τα δύο βασικά «κέντρα ελέγχου» εξέλιξης της υπόθεσης: το σπίτι της ομηρίας και τον τηλεοπτικό σταθμό όπου η ιστορία εξελίσσεται live μετάδοση.
Παρόλο που το κλίμα και η ένταση που δημιουργείται κλιμακώνονται συνεχώς, το σενάριο φαίνεται να εισάγει νέα στοιχεία και να δημιουργεί άξονες – όπως η αστυνομική διαφθορά, τα πολιτικά παιχνίδια, η ξενοφοβία – που περισσότερο υπονοούνται παρά αναπτύσσονται στην ταινία. Και ενώ στο πρόσωπο του κακοποιού φαίνεται πως οι δημιουργοί «ρίχνουν» μια πιο διεισδυτική ματιά, ξετυλίγοντας περισσότερες πτυχές από τον επιφανειακό ρόλο του καταζητούμενου, και υπαινισσόμενοι τους τρόπους που στην Ελλάδα των 90sοι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες συχνά εγκλώβιζαν τους μετανάστες σε έναν παραβατικό βίο, σε ό,τι αφορά το αντίπαλον δέος της αστυνομίας, ακολουθείται μια πιο μανιχαϊστική προσέγγιση του τύπου «καλός μπάτσος» – «κακός μπάτσος».
«Με τον Ρουμάνο νιώθαμε ασφαλείς. Ήπιαμε καφέ, φάγαμε φρούτα μαζί του» είχε δηλώσει προς έκπληξη όλων ένας από τους ομήρους στην πραγματική υπόθεση, λίγες μέρες μετά το περιστατικό, όταν όλα πλέον έδειχναν ότι η τραγική κατάληξη της υπόθεσης ήταν αποτέλεσμα λάθος χειρισμού της αστυνομίας. Και η «θερμοκέφαλη» στάση της αστυνομίας, η οποία βασίστηκε σε υποθέσεις και πληγωμένους εγωισμούς, την ίδια στιγμή που δεν είχε γίνει σωστή προετοιμασία αντιμετώπισης του περιστατικού, φαίνεται στην ταινία, ως συνέχεια και της αληθινής υπόθεσης, όπου ο ίδιος ο Ματέι είχε πει στον αέρα «Να δούμε τώρα που πρόκειται για απλούς πολίτες και όχι για δικό τους τι θα κάνουν». Το κλίμα που επικρατούσε μέσα στο σπίτι της ομηρίας, ωστόσο, και οι προσπάθειες των ομήρων να εξομαλύνουν την κατάσταση, παρουσιάζονται χωρίς κάποια λογική κλιμάκωση, προκαλώντας στην αρχή μια αίσθηση ξενότητας στον θεατή.
Γενικότερα, ενώ η ταινία ακολουθεί κατά βάση μια γραμμική αφήγηση, το ίδιο το περιστατικό και η κατάσταση της ομηρίας, είναι σαν να παρουσιάζεται inmedias res, καθώς από την αρχή της ταινίας οι όμηροι βρίσκονται ήδη υπό την απειλή της χειροβομβίδας. Αν σκοπός της ταινίας δεν είναι να δείξει την ίδια την πράξη, αλλά το πώς η αστυνομία προσπάθησε λανθασμένα να χειριστεί την κατάσταση, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μια παραπάνω εμβάθυνση στο ζήτημα των παιχνιδιών εξουσίας και της διαφθοράς.
Στο σύνολό της, ωστόσο, πρόκειται για μια άρτια παραγωγή, που σίγουρα δεν αφήνει τον θεατή ασυγκίνητο. Ιδιαίτερα ξεχωρίζει η ερμηνεία του Ορφέα Αυγουστίδη στον ρόλο του κακοποιού, ο οποίος αποτυπώνει πειστικά το αδιέξοδο και την απελπισία που μπορεί να κρύβονται πίσω από κάτι που στη δημόσια εικόνα αποτελεί μόνο μια πράξη βίας. Ο Ερρίκος Λίτσης ως διευθυντής της αστυνομίας, υπηρετεί αριστοτεχνικά τον ρόλο που του επιβάλλει το σενάριο, ενώ η Ρένια Λουιζίδου ενσαρκώνει πειστικά τον ρόλο της μητέρας η οποία προσπαθεί να προστατέψει την οικογένειά της. Ο Γιώργος Μπένος στον ρόλο του νεαρού δημοσιογράφου, αποτυπώνει με αμεσότητα την αίσθηση αμηχανίας και αγωνίας που προκαλεί η αναμέτρηση με μια τέτοια υπόθεση.
Με όρους παραγωγής, σκηνικών εναλλαγών και έντασης, η ταινία δεν έχει στην πραγματικότητα τίποτα να ζηλέψει από παραγωγές που μεσουρανούν σε πλατφόρμες τύπου Netflix, αν και με μια δεύτερη ματιά, ίσως αφήνει κάποια ερωτηματικά σε έναν σκεπτόμενο θεατή. Το πιο δυνατό της σημείο; Το φινάλε, που με όλη του την ένταση, το χάος και την ωμότητα – την οποία μόνο ακούμε, χωρίς να έχουμε εικόνα των γεγονότων – μας βάζει ακριβώς στη θέση των χιλιάδων θεατών εκείνης της βραδιάς, οι οποίοι μπορούσαν μόνο να ακούσουν τα τεκταινόμενα εντός του σπιτιού, από το τηλέφωνο, και ταυτόχρονα αφήνει υπόνοιες για την θέση αδυναμίας στην οποία βρισκόμαστε, μπροστά στην πολιτική διαφθορά και τα παιχνίδια εξουσίας.
