Μια σύγχρονη Λόλα στο Θέατρο Παλλάς

Η εμβληματική ταινία «Λόλα», του 1964, που αγαπήθηκε από την πρώτη κιόλας προβολή της στον κινηματογράφο, και αποτελεί έως και σήμερα ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της ελληνικής, κινηματογραφικής παρακαταθήκης, ανεβαίνει φέτος για λίγες παραστάσεις στο Θέατρο Παλλάς, σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη.

lola_giounanli__1203-768x512

Και πώς μπορεί ένα τέτοιο έργο να αφορά πραγματικά τον θεατή του σήμερα και να ανοίγει ένας ουσιαστικό διάλογο που συνομιλεί με το πλαίσιο της σύγχρονης εποχής; Τα νοήματα του βασικού κορμού – ο υπόκοσμος της εξαθλίωσης και της εκμετάλλευσης, η κακοποίηση της γυναίκας, η επιβολή δύναμης, η βία που μεταφράζεται σε αντριλίκι – είναι ακόμα και σήμερα άξονες που, υπό διαφορετικό πλέον πρίσμα, απασχολούν την κοινωνία. Ο τρόπος που αυτά θα συντεθούν, θα «μεταφραστούν» και θα αποτυπωθούν σκηνικά, αποτελεί το κύριο μέλημα και τη βασική πρόκληση ενός σημερινού θεατρικού ανεβάσματος του έργου. Είναι η θεατρική μεταφορά της «Λόλας» μια απόπειρα νέας ανάγνωσης του έργου, ή θα έπρεπε οι τόσο ακραίοι ήρωες και οι ιστορίες τους να παραμένουν μέσα στα “ασφαλή” πλαίσια που τους χαρίζει η κινηματογραφική τους αποστασιοποίηση;

Με έναν πολυπληθή θίασο και με το τρίπτυχο Γιώργος Γάλλος – Έλλη Τρίγγου – Γιάννης Στάνκογλου στους βασικούς πρωταγωνιστικούς ρόλους, η «Λόλα» κατακλύζει τη σκηνή του θεάτρου Παλλάς, σε μια παράσταση που φαίνεται να επιχειρεί να ενσωματώσει στοιχεία από διαφορετικούς θεατρικούς και σκηνοθετικούς κώδικες – musical, noir, σωματικό θέατρο – εμμένοντας όμως (σχεδόν μυωπικά θα μπορούσαμε να πούμε) στην ίδια και απαράλλαχτη ιστορία της κινηματογραφικής ταινίας, διατηρώντας ακέραιο δραματουργικά ένα σενάριο που στο σήμερα κινδυνεύει να θεωρηθεί «γραφικό».

Κάθε προσπάθεια και παρότρυνση μη συσχέτισης του κινηματογραφικού προηγούμενου με το σημερινό ανέβασμα, εξάλλου, θα ήταν ίσως μάταιη, καθώς οι ήρωες του πρώτου έχουν έντονα και βαθιά καταγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο, σε σημείο που οι στιγμές της παράστασης οι οποίες αποσπούν τη μεγαλύτερη επευφημία και επιδοκιμασία του κοινού, είναι ακριβώς εκείνες που σαφέστατα συνομιλούν με – αν όχι αναπαράγουν – ψήγματα του κινηματογραφικού έργου (όπως η ατάκα «πολλά τα λεφτά Άρη»). Η ταινία με την πλοκή της, την έντονη ατμόσφαιρα, το σκοτεινό ερωτικό δράμα και τις εμβληματικές ερμηνείες, αποτελεί ένα υλικό που απαιτεί λεπτότητα, συνέπεια και καθαρή σκηνοθετική πρόταση, με σαφές όραμα. Η παράσταση δείχνει να έχει επίγνωση του βάρους αυτού, όμως η προσπάθεια συνδυασμού μιας σύγχρονης αισθητικής με το δραματουργικό υλικό να μένει απαράλλαχτο, δεν καταλήγει σε ένα ενιαίο, συνεπές αποτέλεσμα. 

Οι σύγχρονες επιρροές και πινελιές της παράστασης είναι διάχυτες, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά και κινησιολογικά, καθώς τα σκηνικά και η κίνηση των ηθοποιών φλερτάρουν με μια πιο μοντέρνα θεατρική γλώσσα. Ωστόσο, η ιστορία παραμένει εγκλωβισμένη σε μια εποχή και σε έναν τρόπο αφήγησης, που δυσκολεύει την παραγωγή μιας νέας ανάγνωσης επάνω στο έργο, καθώς οι δραματουργικοί κώδικες και οι λεπτομέρειες της υπόθεσης και της πλοκής, έχουν μείνει στο τότε. Ομοίως με την παράσταση, και η σκηνοθεσία φαίνεται να είναι χωρισμένη σε δυο κόσμους, καθώς με τη χρήση live camera – ενός ακόμη κώδικα που κυριαρχεί στη νέα εποχή του θεάτρου – δημιουργείται σε στιγμές περισσότερο μια ρήξη, παρά μια ένωση, της επί σκηνής σκηνοθεσίας με την από κάμερας αποτύπωσή της. Με αισθητική που παραπέμπει σε film noir – από άποψη πλάνων, χρωμάτων και σκηνών – το αποτέλεσμα που παράγει η live camera φαίνεται να αποτελεί μια πιο ταιριαστή και ουσιαστική σκηνοθετική πρόταση, από την σωματική ερμηνεία που αποπειράται στη σκηνή, και η οποία μοιάζει κατά καιρούς εκτός πλαισίου. 

Η επένδυση της παράστασης σε πρωτότυπη μουσική του Τζεφ Βάγγερ παρουσιάζει ενδιαφέρον και φαίνεται να συμπορεύεται αρμονικά με το σκηνοθετικό όραμα της πιο σύγχρονης προσέγγισης, αλλά όχι απαραίτητα και με το noir στοιχείο. Το γεγονός ότι η μουσική παίζεται live στη σκηνή αποτελεί ένα από τα δυνατά χαρτιά της παράστασης, ωστόσο υπάρχουν σημεία όπου η παρουσία του μουσικού μοιάζει αμήχανη και όχι αρμονικά «χορογραφημένη» σε συνομιλία με το σύνολο των ηθοποιών.

Ερμηνευτικά ξεχωρίζει ιδιαίτερα ο Νίκος Αρβανίτης, στον ρόλο του δεσμοφύλακα-πατέρα της Λόλας, ο οποίος αποδίδει πιστά την τραγικότητα του χαρακτήρα του, αλλά και η Κλεοπάτρα Μάρκου ως Μαριάννα, η οποία τραγουδά και το πιο ατμοσφαιρικό solo επί σκηνής.

Σε γενική εικόνα, αυτή η σύγχρονη «Λόλα», μπορεί κατ’ ευφημισμό να λέγεται σύγχρονη, καθώς επιχειρείται πράγματι μια νεότερη απεικόνιση του έργου, ωστόσο η απόπειρα αυτή «εκσυγχρονισμού» περιορίζεται στους οπτικούς κώδικες – και όχι πάντα με συνέπεια – χωρίς να συμπαρασύρει και τη δραματουργία, με αποτέλεσμα ο υποσχόμενος διάλογος με το σήμερα να μένει μάλλον μετέωρος. 

Λόλα

Δείτε επίσης