Τη γυναίκα επαγγελματία, τη γυναίκα καριερίστα, τη γυναίκα σύζυγο, τη γυναίκα μητέρα. Για τη γυναίκα που αγωνίζεται να ανταποκριθεί στους πολλαπλούς ρόλους της και να χωρέσει στα στενά πλαίσια των στερεοτύπων, που δε συγχωρούν την αλλαγή ή την αποτυχία.
«Βραβευμένη για τις δράσεις μου στην επιχείρηση χωρίς καν να έχω βγάλει πανεπιστήμιο. Μητέρα δύο παιδιών. Με έναν υπέροχο σύζυγο. Που ξέρω να αλλάζω λάστιχο, που έχω δικό μου σπίτι, που όλοι θαυμάζουν την μαγειρική μου και που μπορώ να φοράω το ίδιο νούμερο ρούχα όπως πριν από 15 χρόνια. Τα κατάφερα. Έφτασα πλέον στην κορυφή!».

Αυτά είναι τα λόγια της Linda Wilde, μιας ηρωίδας που από την αρχή του έργου φαίνεται συγκροτημένη, επιτυχημένη και ότι τα έχει όλα υπό έλεγχο. Παρόλα αυτά, το έργο της Penelope Skinner δεν αφηγείται ένα success story, είναι μια σύγχρονη τραγωδία με όλα τα κλασικά χαρακτηριστικά του είδους: ηρωίδα στο απόγειο της δύναμής της, αναπόφευκτη πτώση, και η αίσθηση ότι το σύστημα που κατέκτησε ήταν ήδη στημένο εναντίον της. Η Skinner γράφει με αιχμηρή σατιρική διάθεση, αλλά δεν αφήνει καμία ψευδαίσθηση: αυτό που βλέπουμε στη σκηνή δεν είναι απλά ένα θέαμα, είναι καθρέφτης.
Η Ομάδα Νάμα μεταφέρει επί σκηνής ένα έργο που δεν μιλά μόνο στις γυναίκες, αλλά σε όλους όσους αγωνίζονται να ζήσουν και να ευτυχίσουν με τους κανόνες ενός συστήματος, που τους καταπιέζει και τους εξαναγκάζει να προσπαθούν αενάως να κατακτήσουν ένα ιδανικό, που μοιάζει συνεχώς να μεταβάλλεται και να απομακρύνεται, ανάλογα με τις τάσεις της εποχής.

Ένα από τα πιο ισχυρά στοιχεία του κειμένου είναι ο τρόπος με τον οποίο η Skinner αποτυπώνει την ατέρμονηδιαπραγμάτευση που διεξάγει η σύγχρονη γυναίκα μεταξύ των ρόλων που η κοινωνία της έχει αναθέσει. Η Λίντα δεν επιλέγει έναν ρόλο αρνούμενη τους υπόλοιπους, αλλά τους ενσαρκώνει όλους ταυτόχρονα και με πλήρη αφοσίωση. Μητέρα παρούσα, επαγγελματίας αποτελεσματική, σύζυγος συμπονετική, γυναίκα «όμορφη παρά την ηλικία της». Και η τρομερήεξάντληση αυτής της πολυπλοκότητας δεν εκφράζεται ποτέ ως παράπονο από την ίδια, που φαίνεται να αποδέχεται αυτό το καθεστώς ως το φυσιολογικό, και να επιχειρεί να αναπροσαρμόζει συνεχώς τον εαυτό της, για να ταιριάξει στα πρότυπα ενός μεταβαλλόμενου πλαισίου.

Η Μυρτώ Αλικάκη ενσαρκώνει επιτυχημένα τη σύγχρονη «γυναίκα-πολυεργαλείο», που αναλαμβάνει όλο και περισσότερους ρόλους και φροντίζει να ανταποκρίνεται σε όλους υπεύθυνα και αγόγγυστα, σαν να είναι αυτονόητη η προαπαιτούμενη ικανότητά της να το κάνει. Μια γυναίκα που έχει μετατρέψει σε δύναμη τις απαιτήσεις που έχει η κοινωνία από εκείνη, και φτάνει να εγκλωβίζεται τόσο σε αυτό το πρότυπο, ώστε να μην επιτρέπει στον εαυτό της να έχει την παραμικρή αδυναμία. Όμοια με τραγική ηρωίδα, η Linda μέσα από την «τύφλωσή» της και την αδυναμία της να δει το αναπόφευκτο, μετατρέπεται σε θύμα των ανθρώπων και των περιστάσεων, που φαίνεται να την προσπερνούν.
Κοντά της, το σύνολο των υπόλοιπων ηθοποιών, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Ελένης Σκότη, ανταποκρίνονται άριστα στον ρόλο τους, αποδεικνύοντας πώς ο κάθε ήρωας ξεχωριστά αποτελεί με τον τρόπο του «πιόνι» των περιστάσεων και των κανόνων του παιχνιδιού της σύγχρονης κοινωνίας, που όμως συνυπογράφει με τον τρόπο του την καταδίκη και την τραγική «πτώση» της Linda.

Στο επίκεντρο του δράματος βρίσκεται και ο ηλικιακός ρατσισμός, ένα ζήτημα που σπάνια λέγεται με το αληθινό του όνομα στον επαγγελματικό χώρο. Η Lindaδεν αντιμετωπίζει ανοιχτό αποκλεισμό. Αντιμετωπίζει κάτι πολύ πιο δυσανάγνωστο: τη σταδιακή αόρατη περιθωριοποίηση. Ο χώρος της αρχίζει να συρρικνώνεται. οι ιδέες της αμφισβητούνται πιο συχνά, η παρουσία της γίνεται «ενοχλητική», η νεότητα κοντά της μεταφράζεται σε απειλή. Δεν την ρωτάνε αν θέλει να αποχωρήσει, αλλά της δημιουργούν τις συνθήκες ώστε να είναι πλέον περιττή.
Η Skinner μας δείχνει στο έργο πως ο ηλικιακός ρατσισμός και η περιθωριοποίηση δε χτυπούν τη γυναίκα μόνο ως επαγγελματία, αλλά βάλλουν την εικόνα που έχει για τον εαυτό της στο σύνολό του.

Με τη λιτότητα και την αυστηρότητα της σκηνοθεσίας, η Ελένη Σκότη δίνει εξαρχής την εικόνα ενός περιβάλλοντος όπου όλα φαινομενικά μοιάζουν τέλεια και τακτοποιημένα, αλλά η όλη συνθήκη της τελειότητας μοιάζει να απειλείται ανά πάσα στιγμή, μαζί με την πρωταγωνίστρια που είναι ο φορέας της. Οι παγίδες, τα λάθη, οι «ατέλειες» είναι εκεί από την αρχή, τόσο για το κοινό όσο και για την ηρωίδα, με σκοπό να επιτονιστεί η τάση της να εθελοτυφλεί και να επιμένει πως όχι απλώς πρέπει, αλλά και μπορεί να συνεχίσει να ανταποκρίνεται σε όλα, με αμείωτο ρυθμό. Μέχρι την αναπόφευκτη, εκκωφαντική πτώση.
Ένα έργο βγαλμένο από το σήμερα – και πιθανότατα το αύριο – κάθε γυναίκας, που αναγνωρίζει στη σκηνική συνθήκη τον εαυτό της. Ένα έργο ταυτόχρονα επίκαιρο, αλλά και σχεδόν διαχρονικό. Ένα έργο που θα μιλήσει σε κάθε θεατή!