Γιώργος Σύρμας: “Γράφουμε σκοτεινές ιστορίες για να διαπραγματευτούμε το αρχέγονο συναίσθημα του φόβου”

Photo credits: Andrea Bonetti

Γιώργο, αρχικά πολλά συγχαρητήρια για το βραβείο! Δεν έχω εικόνα των έργων όλων των υποψήφιων συγγραφέων, αλλά το REC είναι ένα βιβλίο που μου κράτησε φοβερή συντροφιά πέρυσι το καλοκαίρι!

Χαίρομαι πολύ! Και ευχαριστώ πιο πολύ!


Σε συναντάμε, λοιπόν, σε μια περίοδο της ζωής σου όπου θα λέγαμε ότι απολαμβάνεις τους καρπούς των κόπων σου, με το πρόσφατο βραβείο σου ως πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, να αποτελεί την τελευταία σου κατάκτηση. Μίλησέ μας λίγο για την εμπειρία των βραβείων. Πώς την έζησες εσύ; Περίμενες αυτή την έκβαση;

Την ευχόμουν αλλά δεν την περίμενα, δεν μπορείς να είσαι ποτέ σίγουρος ότι θα κερδίσεις κάποιο βραβείο. Φέτος είχα τη μεγάλη χαρά να δω το πρώτο μου βιβλίο στις βραχείες λίστες δύο σημαντικών θεσμών για τα βιβλία: των βραβείων του λογοτεχνικού περιοδικού «Αναγνώστης» και των βιβλιοπωλείων Public. Και στα δύο στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Αυτό από μόνο του είναι σπουδαίο. Ότι ήρθε και το βραβείο είναι απλά υπέροχο.

Στιγμιότυπο από τη βράβευση


Και να πούμε ότι τα αποτελέσματα προέκυψαν από τις ψήφους 200.000 αναγνωστών! Αυτή η καταξίωση τι σημαίνει για σένα;

Κάπως στο μυαλό μου η όποια καταξίωση έρχεται κυρίως με τη διαρκή παρουσία στον χρόνο, με τη συνέπεια, με τη διαχρονικότητα. Είμαι μακριά από αυτό, νομίζω. Αλλά πράγματι οι ψήφοι του αναγνωστικού κοινού έχουν σημασία. Μπορεί κάποιος να αγοράσει το βιβλίο σου επειδή του άρεσε στο ράφι του βιβλιοπωλείου ή μπορεί να το δανειστεί από έναν φίλο ή να διαβάσει κάτι καλό, μια κριτική κτλ και να πειστεί να το ξεκινήσει. Το να μπει στη διαδικασία και να το ψηφίσει όμως, είναι κάτι ξεχωριστό. Δείχνει μια προσωπική σύνδεση του αναγνώστη με την ιστορία που έχεις γράψει. Αυτό κρατάω. Και με γεμίζει χαρά.


Η σκέψη να συμμετάσχεις στα βραβεία προέκυψε ως πρωτοβουλία του εκδοτικού σου ή το κυνήγησες κι εσύ;

Όχι, δεν ήταν δική μου δουλειά αυτό. Είθισται οι εκδοτικοί οίκοι να προτείνουν τα βιβλία τους, να ανταποκρίνονται στο κάλεσμα, και μετά τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους.

Ας πάμε λίγο χρόνια πίσω, τον καιρό που ακόμα έγραφες το βιβλίο σου… Φανταζόσουν ποτέ αυτή την εξέλιξη των πραγμάτων; Τι θα έλεγες σήμερα στον Γιώργο του τότε;

Δεν φανταζόμουν τίποτα απ’ όλα αυτά. Έγραφα με αθωότητα και πολλή ζέση. Είχα έναν καθαρό στόχο, να τελειώσω την ιστορία, για να ολοκληρωθεί ένα προσωπικό πρότζεκτ, ας πούμε. Η έκδοση, η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού και το βραβείο ήταν από άλλο πλανήτη. Ήρθαν, βέβαια, και με ταρακούνησαν. Ευχάριστα. Αν γυρνούσα πίσω τον χρόνο, λοιπόν, θα μου έλεγα να συνεχίσω να γράφω με χαλαρότητα και χωρίς μεγαλεπήβολους στόχους. Μου βγήκε σε πολύ καλό αυτό.

Το REC είναι ένα νουάρ που εξελίσσεται στην Κυψέλη του 2012, στη μέση της κρίσης. Με ποιο κριτήριο επέλεξες αυτό το σκηνικό (χώρο και χρόνο) για την ιστορία σου;

Θυμάμαι πολύ έντονα εκείνη την περίοδο γιατί συνέπεσε με την επιστροφή μου στην Αθήνα μετά από χρόνια σπουδών και δουλειάς σε άλλες πόλεις. Ήταν μια δύσκολη περίοδος. Τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων. Η Αθήνα ήταν ανάστατη, η χώρα ήταν ανάστατη στην πραγματικότητα. Ήταν σαν να τρώγαμε χαστούκια καθημερινά. Υπήρχε φόβος και αβεβαιότητα παντού. Και μέσα σε όλα αυτά, τσουπ, και η εμφάνιση των ακροδεξιών στην πολιτική σκηνή και στην καθημερινότητά μας. Ήταν τρομακτικό. Όταν ξεκίνησα λοιπόν να γράφω το REC, σχεδόν αυθόρμητα τοποθέτησα την ιστορία σε εκείνη την περίοδο. Ένιωθα πως ο διάχυτος φόβος και όλη αυτή η αγριότητα θα μπορούσε να καθρεφτιστεί στην ψυχοσύνθεση των ηρώων. Τους ταίριαζε. Δεν είχα σκοπό να γράψω μια ιστορία για την οικονομική και πολιτική κρίση. Αλλά όλο αυτό το περιβάλλον έδενε με την ατμόσφαιρα που φανταζόμουν για την ιστορία. Και καθώς προχωρούσα το γράψιμο η αίσθηση αυτή επαληθευόταν.


Το βιβλίο σου έχει χαρακτηριστεί ως «κοινωνικό αστυνομικό μυθιστόρημα που φωτίζει τη βία και την αυθαιρεσία της εξουσίας». Η διάσταση αυτή ήταν εξαρχής στα σχέδιά σου, ή απλώς ξεκίνησες να γράφεις και η ιστορία σε οδήγησε εκεί;

Είχα στο μυαλό μου πέντε πράγματα που ήθελα να σχολιάσω. Από αυτή την άποψη, ναι, ήξερα πως με κάποιο τρόπο θα ασχοληθώ και με τη διαφθορά των θεσμών, για παράδειγμα. Ο όρος «κοινωνικό μυθιστόρημα» νομίζω πως είναι πολύ ευρύς. Η συντριπτική πλειονότητα των πεζογραφημάτων ασχολείται με το πώς υπάρχουν οι ήρωες μέσα στον κοινωνικό τους περίγυρο. Με αυτή την έννοια, ένα ρομαντικό μυθιστόρημα που σχολιάζει τις ταξικές διαφορές μπορούμε να πούμε πως είναι εξίσου κοινωνικό. Ή μια ιστορία φαντασίας που κάνει προβολές σε τωρινές κοινωνικές παθογένειες. Με λίγα λόγια, θα μου ήταν σχεδόν αδύνατο να πρωτοτυπήσω και να μην εντάξω τον κοινωνικό προβληματισμό στην ιστορία μου. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο γίνεται το κοινωνικό σχόλιο. Όλοι μας θέλουμε να μιλήσουμε για τα ζόρια. Το πώς το κάνει ο καθένας μας όμως, το πώς μεταμορφώνει κάθε συγγραφέας τις προβληματικές σε λέξεις, αυτό είναι που έχει το πραγματικό ενδιαφέρον.


Πώς πήρες την απόφαση να γράψεις ένα μυθιστόρημα; Τι σε παρακίνησε;

Έλα ντε. Έγραφα περισσότερο μικρές ιστορίες στον υπολογιστή μου, διηγήματα, στιγμιότυπα ζωής όπως έχω συνηθίσει να τα λέω. Δεν είχα σκεφτεί να γράψω κάτι μεγαλύτερο μέχρι που ολοκλήρωσα ένα μικρό διήγημα που περιείχε τη βασική ιδέα του REC. Ε, πέρασε κάποιος καιρός και αυτή η μικρή ιστορία είχε σφηνωθεί στο κεφάλι μου. Δεν ξέρω, σαν να ζητούσε περισσότερα. Κάτι με έτρωγε. Ότι μπορεί να αναπτυχθεί, ότι θα μπορούσε να βγει κάτι πιο καθαρό αν του έδινα χώρο. Έτσι έγινε. Ξεκίνησα να αναπτύσσω αυτό το μικρό διήγημα και στην πορεία μεταμορφώθηκε, γιατί άλλαξε φυσικά, εμπλουτίστηκε, μετακινήθηκε, μεταμορφώθηκε στο REC.

Το εξώφυλλο του βιβλίου REC

Γιατί αστυνομική λογοτεχνία; Τι σε γοητεύει στο είδος;

Μου αρέσει πολύ η παρατήρηση των ορίων. Και μια ιστορία εγκλήματος δίνει πεδίο δόξης λαμπρό για αυτό. Τι ποιο ακραίο απ’ το να παρατηρείς, να αναλύεις και να συναισθάνεσαι τον ανθρώπινο ψυχισμό που φτάνει στα όριά του. Και τα ξεπερνά, φυσικά. Για αυτό και προσωπικά έχω ως αφετηρία τις ρωγμές των ηρώων, τις αδυναμίες τους, τους φόβους τους. Τι κάνουμε όταν γράφουμε μια αστυνομική ιστορία; Σκαλίζουμε τον ανθρώπινο φόβο. Και των θυμάτων και των θητών. Όλων των εμπλεκομένων στην πραγματικότητα. Και τον δικό μας. Σκαλίζουμε τον φόβο, το αρχέγονο αυτό συναίσθημα. Το πρώτο πράγμα που μας συμβαίνει όταν βγαίνουμε από τα σπλάχνα της μάνας μας είναι να φοβηθούμε, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον φόβο του ανοίκειου. Κάτι ξένο μας απειλεί. Γράφουμε σκοτεινές ιστορίες για να διαπραγματευτούμε αυτό το αρχέγονο συναίσθημα. Για να ξορκίσουμε τον φόβο, για να του πάμε κόντρα, για να ανοίξουμε κουβέντα γύρω από οτιδήποτε μας κάνει να αισθανόμαστε ευάλωτοι, εύθραυστοι.


Ως αναγνώστης εσύ αγαπάς εξίσου τα αστυνομικά βιβλία ή προτιμάς άλλα είδη;

Μου αρέσουν οι καλογραμμένες ιστορίες! Όλες!


Ξέρεις ότι δε μπορώ να μη σε ρωτήσω, γιατί ως αναγνώστρια πρώτα απ’ όλα, θέλω πολύ να μάθω… έρχεται δεύτερο βιβλίο; Κι αν ναι, τι να περιμένουμε;

Ε, ναι, έχω βρει κάτι πολύ ωραίους νέους φόβους και τους σκαλίζω για τα καλά!


Για το τέλος θα ήθελα να μου πεις τι θα έλεγες σε κάθε έναν εκεί έξω που θέλει να γράψει το δικό του βιβλίο και δεν ξέρει από πού να ξεκινήσει.

Όλη η ουσία είναι να βρούμε τις λέξεις που μας καίνε πιο πολύ και να τις αραδιάσουμε. Αυτές που μας καίνε, αυτές που μας αφορούν. Η αρχή είναι πολύ προσωπική. Για μένα είναι σαν να εξομολογούμαστε ένα μυστικό σε κάποιον πολύ αγαπημένο. Ας αφήσουμε αυτές τις λέξεις ελεύθερες. Κι από κει και πέρα, ό,τι είναι να έρθει, θα έρθει.


Σ’ ευχαριστώ πολύ!

Κι εγώ!

 

Δείτε επίσης