Οι «Κάλπηδες» είναι ένα άκρως κωμικό διήγημα, το οποίο σατιρίζει στοιχεία κουλτούρας και συμπεριφοράς που αν και αρνητικά, αποδίδονται ως χαριτωμένα στην ελληνική ράτσα, όπως: το ψέμα, η επιπολαιότητα, η πονηριά, η καπατσοσύνη, η κομπορρημοσύνη, ο εύκολος πλουτισμός κ.ά.
– Η παράσταση «Οι Κάλπηδες» συνεχίζεται για τέταρτη χρονιά. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται η επιτυχία της κάθε χρόνο; Τι βρίσκει το κοινό σε αυτήν;
Αρχικά να πω, πως όταν δημιουργείς μια παράσταση είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζεις εκ των προτέρων αν θα την αγκαλιάσει το κοινό και για ποιους λόγους. Αυτό που έχει συμβεί με τους Κάλπηδες πιστεύω, είναι πως το κοινό ξαφνιάζεται με τη λιτότητα των μέσων που ξετυλίγουν αυτό το ευτράπελο παραμύθι του Μυριβήλη.
Οι θεατές χαίρονται αυτή τη συνενοχή της κοινής αφήγησης, το διαρκές πείραγμα που υπάρχει, αναγνωρίζουν στη γραφή του Μυριβήλη τη καθημερινότητά τους, αισθάνονται και δικαίως μέρος της παράστασης. Γελούν αβίαστα και ταυτόχρονα δεν στέκονται σε έναν αφρό που σύντομα θα χαθεί. Έχω την εντύπωση πως βιώνουν μια λυτρωτική, καθαρτική διαδικασία.
– Ποια είναι τα στοιχεία που εσείς προσωπικά αγαπάτε και ξεχωρίζετε στο έργο;
Από πλευράς γραφής μου αρέσει πολύ η ζωντάνια των εικόνων που περιγράφει ο Μυριβήλης καθώς και τα γεμάτα δράση επεισόδια. Από πλευράς παράστασης τώρα, απολαμβάνω τη διαρκή επαφή με το κοινό. Είναι σαν να βρισκόμαστε όλοι μαζί σε έναν μεγάλο κύκλο, σε μια πλατεία, σε ένα χωριό και ήρθε η σειρά μας να πούμε μια ιστορία!

– Πώς κρατάτε ως θίασος «ζωντανή» μια παράσταση που έχετε παίξει τόσες φορές, χωρίς να γίνεται πλέον μια μηχανική διαδικασία;
Πρώτα απ’ όλα θεωρώ πως «ζωντανή» κρατάνε μια παράσταση οι θεατές που έρχονται στο θέατρο. Ιδίως σε αυτή την παράσταση, όπου η επικοινωνία μας με το κοινό είναι άμεση και πολλές φορές διαδραστική. Πάνω στη σκηνή προσπαθούμε κάθε φορά να εννοούμε αυτά που λέμε και να ζητάμε κάτι ενεργά από τους συμπαίκτες μας, ώστε να τους κινητοποιούμε. Υπάρχουν βέβαια και στιγμές που νιώθουμε πως κάτι το πάμε στον «αυτόματο», αλλά ευτυχώς είναι ελάχιστες όλα αυτά τα χρόνια.
– Πώς δουλέψατε με την ομάδα τη δραματοποίηση του κειμένου του Μυριβήλη; Ποιες προκλήσεις έχει αυτό;
Η ομάδα μας, οι Πτωχαλαζόνες, έχει γενικότερα μια σημαντική παρουσία στη δραματοποίηση λογοτεχνικών κειμένων. Ο σκηνοθέτης μας Κώστας Παπακωνσταντίνου, πρότεινε πριν 15 χρόνια, με αφορμή τους “Χαλασοχώρηδες”, του Παπαδιαμάντη, έναν καινοτόμο τρόπο αφήγησης, όπου απουσιάζει ο ρόλος του αφηγητή και όλο το κείμενο μοιράζεται στο κάθε πρόσωπο, αναλόγως με το ποιο κομμάτι τον αφορά. Έτσι η τριτοπρόσωπη αφήγηση κρατιέται, χωρίς να διασκευάζεται καθόλου το διήγημα, αλλά εκφέρεται ως ευθύς λόγος.
Για παράδειγμα: Εγώ στην παράσταση αφηγούμαι τα πράγματα από την πλευρά του Ψευτοθόδωρου. Το κείμενο μπορεί να γράφει: «Ο Ψευτοθόδωρος δεν το ‘βαζε κάτω.» Εγώ λέω αυτά τα λόγια χωρίς να τα αλλάξω, αλλά όλη μου η ενέργεια είναι σαν να λέω: «Εγώ, δεν το βάζω κάτω.» Αυτή την τεχνική χρησιμοποιούμε και στους Κάλπηδες, με όλη τη συσσωρευμένη πείρα που έχουμε οι τρεις ηθοποιοί πάνω σε αυτό τον κώδικα.
– Ο Μυριβήλης σατιρίζει το ψέμα, την «αρπαχτή», τον εύκολο πλουτισμό. Πόσο επίκαιρα τα βρίσκετε σήμερα;
Δύο λέξεις θα πω, Γκιλφόιλ και ΟΠΕΚΕΠΕ!

– Θεωρείτε πως πιο δυνατό στοιχείο του έργου είναι η θεματική του ή οι χαρακτήρες που χρησιμοποιεί για να πει την ιστορία του;
Θεωρώ πως το πιο δυνατό στοιχείο της παράστασης είναι ο τρόπος που έχει δραματοποιηθεί η αφήγηση και ο ρυθμός που επιτυγχάνεται επί σκηνής. Και αυτό οφείλει να γίνεται σε κάθε παραστατική διαδικασία.
– Τέσσερα χρόνια με τον ίδιο ρόλο. Τι έχει αλλάξει στον τρόπο που τον προσεγγίζετε και τον βλέπετε σήμερα;
Δεν ξέρω να σας πω με σιγουριά… Σίγουρα όσο αλλάζω εγώ κάτι θα αλλάζει και στο ρόλο. Επίσης όσο συμβαίνουν γεγονότα, κοινωνικά και προσωπικά, τόσο κάτι καινούριο φωτίζεται στην κατανόησή μου για αυτά που λέω επί σκηνής.
– Τι αγαπάτε και τι σας δυσκολεύει σε αυτόν τον ήρωα;
Νομίζω πως η ιδιοσυγκρασία των ηρώων που περιγράφει ο Μυριβήλης περιέχει ταυτόχρονα τα στοιχεία για τα οποία περηφανευόμαστε και ταυτόχρονα ντρεπόμαστε ως μεγαλωμένοι σε αυτή τη χώρα. Η πατέντα, το φιλότιμο, η καπατσοσύνη για παράδειγμα είναι χαρακτηριστικά που μπορεί κανείς να τα δει ως προτερήματα και ταυτόχρονα φανερώνουν την έλλειψη οργάνωσης και θεσμικής ευθύνης. Κάποιες φορές φέρνουν αποτελέσματα που μας χαροποιούν και κρύβουν τις παθογένειες και άλλες φορές οδηγούν σε δράματα. Αυτό το «Πάμε και όπου βγει», που έχουμε συνδέσει με τα Τέμπη και διαπιστώνουμε πως από τύχη ζούμε.

– Ποια είναι η αγαπημένη σας στιγμή ή σκηνή της παράστασης;
Νομίζω η σκηνή με τα γελάδια και η σκηνή με τους βρυκολάκους!
– Ποια άλλα θεατρικά σχέδια έχετε αυτό το διάστημα;
Έχω ξεκινήσει παράλληλα παραστάσεις στην «Αθανασία», της Νεφέλης Μαϊστράλη, σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη, στο Σύγχρονο Θέατρο. Επίσης ασχολούμαι αρκετά με τα θέματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος μας και μέσω της δράσης του σωματείου μας διεκδικώ επιτέλους να υπογραφεί μια Συλλογική Σύμβαση Εργασίας στο Ελεύθερο Θέατρο.
– Ευχαριστώ πολύ!
Κι εγώ ευχαριστώ