Διακειμενικότητα αγάπη μου: Ed Gein, ο serial killer με τα χίλια πρόσωπα

Κανένα έργο δεν γεννιέται μόνο του. Κάθε ιστορία κουβαλάει μέσα της την ηχώ από αυτές που προηγήθηκαν, άλλοτε φανερά, άλλοτε σαν μυστικό που περιμένει να το βρεις. Εδώ εξερευνούμε αυτά τα νήματα…

Σαν άλλος αφηγητής σε intro σειράς του Πάνου Κοκκινόπουλου (pun intended – και θα καταλάβετε γιατί), έρχομαι να επαναλάβω κάπως το intro του προηγούμενου σχετικού κειμένου, και να συνεχίσω τη συλλογιστική αυτής της σειράς για τη διακειμενικότητα.

Χωρίς να ξεφύγουμε από την τέχνη, θα παρακολουθήσουμε τη διακειμενικότητα να διαγράφει μια άλλη πορεία: όχι αυτήν του ίδιου θεματικού άξονα που διατρέχει δύο καλλιτεχνικά παράγωγα, αλλά εκείνη της αληθινής ζωής και των γεγονότων της, που καταφέρνουν να αποτελέσουν υλικό για τόσες άλλες παράλληλες, καλλιτεχνικές πραγματικότητες.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η πραγματική ιστορία είχε λίγο απ’ όλα: οιδιπόδειο, ζητήματα σεξουαλικής ταυτότητας, σχιζοφρένεια, μέχρι και καρέκλες με επένδυση από ανθρώπινο δέρμα. Και η περίπτωση αυτή δεν είναι άλλη από τον, ευρέως γνωστό πια serial killer, που ακούει στο όνομα Ed Gein. Στη δική του «ιστορία» διακειμενικότητας, ο ίδιος, η ζωή και η δραστηριότητά του, αποτελούν την «πηγή» της νοηματικής σύνδεσης, και μιας πορείας που διαγράφεται ξανά και ξανά στη μυθοπλασία, γεννώντας τρεις από τους πιο εμβληματικούς «κακούς» της ιστορίας του κινηματογράφου στο genre των θρίλερ.

Γεννημένος στο Plainfield του Wisconsin το 1906, ο Gein μεγάλωσε περιορισμένος και αποκομμένος από τον έξω κόσμο, σε μια προβληματική οικογένεια, με έναν αλκοολικό πατέρα και μια θρησκόληπτη μητέρα, η οποία τον είχε γαλουχήσει με την πεποίθηση ότι όλες οι γυναίκες είναι ανήθικες και η σωματική επαφή είναι αμαρτία. Κάτι που στην εγκληματολογία θα μεταφραζόταν σε: πώς να κάνετε το παιδί σας έναν σεξουαλικά διεστραμμένο δολοφόνο σε 5 απλά βήματα. Σαν να μην έφτανε αυτό το οικογενειακό περιβάλλον ως ο ένας και βασικός παράγοντας ανάπτυξης αντικοινωνικής συμπεριφοράς για τον Gein (nurture), η ήδη βεβαρημένη και επιρρεπής σε διαταραχές ψυχική του προδιάθεση (nature), βρήκε όλα τα λάθος ερεθίσματα που έψαχνε για να υποτροπιάσει, σε pop αφηγήματα που κυκλοφορούσαν την εποχή της εφηβείας του, με θέμα τις φρικαλεότητες των ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα τα διεστραμμένα πειράματα, βασανιστήρια και άλλα «χόμπι», στα οποία επιδίδονταν ναζί γιατροί, αλλά και η διάσημη Ilse Koch, που στο μεταξύ είχε αναχθεί στην underground κουλτούρα σε kinky idol και κεντρική φιγούρα σε κόμικς με πορνό θεματική.

Η εγκληματική του δραστηριότητα φαίνεται να ξεκίνησε μετά τον θάνατο της μητέρας του, η απουσία της οποίας τον στοίχειωνε. Σε μια προσπάθεια να καλύψει το κενό, ο Gein άρχισε να ξεθάβει πτώματα πρόσφατα πεθαμένων γυναικών από το νεκροταφείο, και να τις φέρνει σπίτι του για να τις βαλσαμώσει. Η γοητεία που του ασκούσε όλη αυτή δραστηριότητα σε συνδυασμό με τις αρρωστημένες φαντασιώσεις του, πήρε ακραίες διαστάσεις, με τον ίδιο να καταλήγει να δημιουργεί μια ολόκληρη «συλλογή» στο σπίτι του, από αντικείμενα φτιαγμένα από ανθρώπινα μέλη‧ μπολ από κρανία, φωτιστικά με αμπαζούρ από ανθρώπινο δέρμα, καρέκλες με επένδυση από γυναικείο στέρνο, μέχρι και ένα «κοστούμι» από ανθρώπινη σάρκα (god forbid αν ένας άντρας έχει ένα χόμπι!).

Ο ίδιος ομολόγησε ανοιχτά μόνο δύο δολοφονίες γυναικών, αλλά οι αρχές υποψιάζονταν πως ήταν υπεύθυνος για περισσότερες, παρόλο που δεν υπήρχε τρόπος να το αποδείξουν. Οι μαρτυρίες του ίδιου πολλές φορές ήταν αναξιόπιστες, καθώς αρκετά συχνά είχε παραισθήσεις και μπέρδευε τη φαντασία με την πραγματικότητα. Η κλινική του κατάσταση και η διάγνωση της σχιζοφρένειας, ήταν ο λόγος για τον οποίο τελικά δεν πήγε στη φυλακή, αλλά πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σε ψυχιατρική κλινική.

Αποκτώντας το προσωνύμιο «ο χασάπης του Plainfield», o Gein παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πιο διάσημους serial killers της Αμερικής (αν όχι του κόσμου), καθώς τα εγκλήματά του χαρακτηρίζονταν από τέτοια φρίκη, ώστε στη συλλογική συνείδηση δεν άργησε να δημιουργηθεί ένας θρύλος γύρω από το όνομά του. Ένας θρύλος που ενέπνευσε και μεταγενέστερους δολοφόνους, αλλά κυρίως «γέννησε» τρεις εμβληματικές ταινίες τρόμου, με κεντρικούς χαρακτήρες που έμελλε να γράψουν ιστορία στο είδος αυτού του σινεμά.

Ο πρώτος και πιο άμεσος «απόγονός» του είναι ο Norman Bates (Anthony Perkins) στο Psycho (1960) του Alfred Hitchcock. Παρακολουθώντας τις ειδήσεις για τον Gein, ο συγγραφέας Robert Bloch έγραψε το ομώνυμο μυθιστόρημα. Η σχιζοειδής διαταραχή του Bates, η νοσηρή σχέση με τη μητέρα του, η παρενδυσία και η εγκληματική δραστηριότητα, αποτελούσαν περισσότερο ένα profiling του συγγραφέα για τον Gein, παρά μια άμεση μίμηση της ιστορίας του, καθώς η λεπτομερής διάγνωσή του δεν είχε ακόμα γνωστοποιηθεί.

Κάποια χρόνια αργότερα, καθώς ο κινηματογράφος στην Αμερική είχε περάσει πλέον σε άλλη εποχή, και οι ταινίες horror αποτελούσαν δημοφιλές είδος, ο Tobe Hooper επιστρέφει στον Gein, για την ακρότητα των πράξεών του και τη φρίκη της φήμης του, σε μια εποχή που το κοινό διψάει για αίμα και ωμή βία στο σινεμά. Κάπως έτσι δημιουργείται το The Texas Chain Saw Massacre (1974) και ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι Leatherface (Gunnar Hansen), σε μια ταινία που βάζει το gore στοιχείο σε πρώτο πλάνο, εστιάζοντας στη δολοφονική μανία, τον τεμαχισμό και το δέρμα ως υλικό.

Το 1991, ο Thomas Harris αναδεικνύει και πάλι το ψυχολογικό υπόβαθρο της υπόθεσης, κρατώντας ωστόσο και αρκετά gore στοιχεία, με τον χαρακτήρα του δολοφόνου Buffalo Bill (Ted Levine), στο The Silence of the Lambs, και την ομώνυμη ταινία που ακολούθησε. Στη συγκεκριμένη ταινία βλέπουμε επιρροές από διάφορους δολοφόνους που έχουν αφήσει το στίγμα τους στην ποπ κουλτούρα, τόσο στο πρόσωπο του Buffalo Bill, όσο και στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του doctor Lecter. Ωστόσο το ακραίο στοιχείο και των δύο προσανατολίζεται στη σχέση με το σώμα, το δέρμα, την ανθρώπινη σάρκα: ο ένας το αντιμετωπίζει σαν «υλικό», με το οποίο μπορεί να δημιουργήσει για τον εαυτό του μια νέα ταυτότητα, ενώ ο άλλος το αντιμετωπίζει σαν «φαγητό».

Και στους τρεις χαρακτήρες, πέρα από τους φόνους, και ανεξάρτητα από το πόσο ωμό ή όχι είναι το γενικότερο περίβλημά τους, εντοπίζουμε το ίδιο μοτίβο της διαταραχής ταυτότητας και της επιθυμίας διαφυγής από τον χαρακτήρα. Όλοι έχουν τη βαθύτερη επιθυμία να γίνουν κάτι άλλο, να μετουσιωθούν, «φορώντας» πρακτικά ένα γυναικείο σώμα.

Όλα αυτά τα ζητήματα, αλλά και τη διαδρομή της ιστορίας του Gein, αναδεικνύει και η νέα σειρά Monster, που αφηγείται την ιστορία του, αλλά και την επιρροή του, λειτουργώντας και η ίδια σαν ένα διακειμενικό σχόλιο πάνω στη διακειμενικότητα τον κύκλο της οποίας συνεχίζει και επιτονίζει.

Η αλυσίδα Gein – Bates – Leatherface –  Buffalo Bill, δείχνει κάτι παραπάνω για τη διακειμενικότητα από τον ορισμό της ως νοηματικής σχέσης και λογοτεχνικού δανεισμού. Δείχνει πως μπορεί να είναι τελικά και ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία επεξεργάζεται, ξανά και ξανά, μια «φρίκη» που τη γοητεύει αρκετά, και την οποία φοβάται να αφήσει πίσω της.

Δείτε επίσης