Ο αμπελώνας της Αττικής συγκαταλέγεται στους αρχαιότερους της Ευρώπης και η ιστορία του είναι άρρηκτα δεμένη με την ίδια την ιστορία της Αθήνας. Από την αρχαιότητα ακόμη, οι λόφοι και οι πεδιάδες γύρω από την πόλη ήταν γεμάτοι αμπέλια. Στα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων βρίσκουμε αναφορές στο αττικό κρασί, το οποίο ταξίδευε σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο μέσα σε αμφορείς με τη σφραγίδα της πόλης. Ο Διόνυσος, θεός του κρασιού και της έκστασης, κατείχε ιδιαίτερη θέση στη θρησκευτική ζωή των Αθηναίων, ενώ οι γιορτές προς τιμήν του – τα Διονύσια – υπήρξαν η μήτρα από την οποία γεννήθηκε το αρχαίο θέατρο.

Κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο η αμπελουργία της Αττικής συνέχισε να αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας, ενώ στους νεότερους χρόνους η καλλιέργεια του αμπελιού επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο στις πεδιάδες των Μεσογείων, όπου το ξηρό κλίμα, τα φτωχά ασβεστολιθικά εδάφη και οι θαλάσσιες αύρες δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για την καλλιέργεια της αμπέλου. Εκεί κυριάρχησε η ποικιλία Σαββατιανό, η οποία διαμόρφωσε την οινική ταυτότητα της περιοχής και συνδέθηκε άρρηκτα με το πιο χαρακτηριστικό κρασί της νεότερης Αττικής: τη ρετσίνα. Σήμερα, παρά τη συνεχή αστική πίεση και τη συρρίκνωση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ο αμπελώνας της Αττικής παραμένει ο μεγαλύτερος ενιαίος αμπελώνας της χώρας. Μια ιστορική οινική ζώνη με βαθιές ρίζες στον χρόνο, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό δυναμικό, χωρίς όμως να έχει αξιοποιηθεί πλήρως στον σύγχρονο ελληνικό οινικό χάρτη.
Από την εποχή της κυριαρχίας της ρετσίνας και του “αρετσίνωτου” έχει παρέλθει πολύς χρόνος και το κρασί στην Ελλάδα έχει αλλάξει εντελώς πρόσωπο. Στην πραγματικότητα, η αμπελουργία και η οινοποιία έχουν αναγεννηθεί από τις στάχτες τους και έχουν εκσυγχρονιστεί. Το ελληνικό κρασί έχει βρει τη θέση του ανάμεσα στα καλύτερα του κόσμου και οι Έλληνες καταναλωτές έχουν αποκτήσει συνήθειες, γνώσεις και προτιμήσεις, εναρμονισμένες με τα δεδομένα του παγκόσμιου οινικού γίγνεσθαι.

Ο αμπελώνας της Αττικής μοιάζει σα να έχει μείνει έξω από αυτό το οινικό colpo grosso. Η εξήγηση για αυτή τη υστέρηση δεν είναι μονοσήμαντη. Αντίθετα, αποτελεί το αποτέλεσμα μιας σειράς παραγόντων που για δεκαετίες λειτούργησαν σωρευτικά, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η ποσότητα υπερίσχυσε της ποιότητας. Ο σημαντικότερος ίσως από αυτούς είναι η ίδια η ποικιλιακή βάση του αμπελώνα. Το Σαββατιανό, η κυρίαρχη ποικιλία της Αττικής, είναι ένα σταφύλι ανθεκτικό, παραγωγικό και άριστα προσαρμοσμένο στο άνυδρο μεσογειακό κλίμα των Μεσογείων. Ωστόσο, για πολλά χρόνια αξιοποιήθηκε κυρίως με γνώμονα τον όγκο παραγωγής και όχι την ποιοτική του δυναμική. Η σύνδεσή του με τη μαζική παραγωγή ρετσίνας, ενός προϊόντος που για δεκαετίες ταυτίστηκε με τη χαμηλή ποιότητα, λειτούργησε ανασταλτικά στη δημιουργία μιας νέας εικόνας για τον αττικό αμπελώνα.
Ενώ άλλες ελληνικές οινικές περιοχές επένδυσαν συστηματικά στην ανάδειξη των γηγενών ποικιλιών τους και στη δημιουργία ισχυρών ταυτοτήτων, όπως το Ασύρτικο στη Σαντορίνη, το Ξινόμαυρο στη Νάουσα, το Αγιωργίτικο στη Νεμέα, η Αττική δεν κατάφερε να διαμορφώσει ένα αντίστοιχο αφήγημα γύρω από τα κρασιά της. Οι διεθνείς διακρίσεις παραμένουν σχετικά περιορισμένες, ενώ λίγα είναι τα κρασιά της περιοχής που έχουν καταφέρει να εδραιωθούν στη συνείδηση των οινόφιλων ως σημεία αναφοράς.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η σχεδόν ανύπαρκτη ανάπτυξη του οινοτουρισμού, γεγονός που μοιάζει ακόμη πιο παράδοξο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο αμπελώνας της Αττικής βρίσκεται δίπλα στον μεγαλύτερο τουριστικό προορισμό της χώρας. Εκατομμύρια επισκέπτες φτάνουν κάθε χρόνο στην Αθήνα, όμως ελάχιστοι γνωρίζουν ότι σε απόσταση μόλις λίγων χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης εκτείνεται ένας από τους μεγαλύτερους ιστορικούς αμπελώνες της Μεσογείου. Σε αντίθεση με περιοχές όπως η Σαντορίνη ή η Νεμέα, όπου ο επισκέπτης μπορεί να συνδυάσει την εμπειρία του τόπου με το κρασί του, η Αττική δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει ουσιαστικά αυτή τη δυνατότητα.
Τέλος, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς και τη διαρκή πίεση της αστικοποίησης. Η επέκταση της Αθήνας προς τα Μεσόγεια, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, έχει περιορίσει σημαντικά τις αμπελουργικές εκτάσεις, ενώ η αύξηση της αξίας της γης λειτουργεί συχνά αποτρεπτικά για τη συνέχιση της καλλιέργειας. Έτσι, ένας αμπελώνας με ιστορία χιλιάδων ετών βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με το παράδοξο να βρίσκεται στο κέντρο της οικονομικής και τουριστικής ζωής της χώρας, χωρίς ωστόσο να συμμετέχει ισότιμα στη σύγχρονη δυναμική του ελληνικού κρασιού.

Η αναβάθμιση του αττικού αμπελώνα δεν είναι μόνο ζήτημα οινοποιητικής τεχνικής· είναι πρωτίστως ζήτημα στρατηγικής και οράματος. Πρώτο και βασικό βήμα είναι η επένδυση στην ποιότητα του ίδιου του αμπελιού. Το Σαββατιανό, όταν καλλιεργείται με χαμηλές αποδόσεις και προσεκτική οινοποίηση, έχει αποδείξει ότι μπορεί να δώσει κρασιά με φινέτσα, δομή και χαρακτήρα. Η συστηματική επιλογή παλαιών αμπελώνων, η μείωση των στρεμματικών αποδόσεων και η υιοθέτηση σύγχρονων καλλιεργητικών πρακτικών μπορούν να αναδείξουν τη δυναμική της ποικιλίας. Παράλληλα, η σταδιακή εισαγωγή και άλλων ελληνικών ποικιλιών που ευδοκιμούν σε θερμά κλίματα – όπως το Ασύρτικο, η Μαλαγουζιά ή ακόμη και λιγότερο γνωστές τοπικές ποικιλίες – θα μπορούσε να εμπλουτίσει τον οινικό χάρτη της περιοχής και να δημιουργήσει νέα, ενδιαφέροντα στυλ κρασιών.
Εξίσου κρίσιμη είναι η ανάπτυξη του οινοτουρισμού. Η Αττική έχει ένα μοναδικό πλεονέκτημα που καμία άλλη ελληνική οινική περιοχή δεν διαθέτει: βρίσκεται δίπλα σε μια πόλη που υποδέχεται εκατομμύρια επισκέπτες κάθε χρόνο. Η δημιουργία οργανωμένων διαδρομών κρασιού στα Μεσόγεια, η βελτίωση των επισκέψιμων υποδομών των οινοποιείων, η σύνδεση του κρασιού με την τοπική γαστρονομία και η συνεργασία με τον τουριστικό κλάδο της Αθήνας θα μπορούσαν να μετατρέψουν τον αμπελώνα της Αττικής σε έναν φυσικό προορισμό για τον ταξιδιώτη που αναζητά αυθεντικές εμπειρίες λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από την πόλη.

Παράλληλα, χρειάζεται μια νέα αφήγηση για την περιοχή. Το κρασί της Αττικής πρέπει να απεγκλωβιστεί από τα στερεότυπα του παρελθόντος και να επανασυστηθεί στο κοινό μέσα από μια σύγχρονη ταυτότητα. Η προβολή των παλαιών αμπελώνων, η ανάδειξη της ιστορικής συνέχειας της αμπελουργίας στην περιοχή και η δημιουργία μιας ενιαίας επικοινωνιακής στρατηγικής από τους παραγωγούς μπορούν να συμβάλουν σε αυτή τη μετάβαση.
Τέλος, απαραίτητη είναι η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ οινοποιών, αμπελουργών, τοπικών φορέων και της πολιτείας. Η προστασία των αμπελουργικών εκτάσεων από την αστική πίεση, η υποστήριξη νέων παραγωγών και η δημιουργία ερευνητικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων γύρω από την αμπελουργία της Αττικής θα μπορούσαν να θέσουν τα θεμέλια για μια πραγματική αναγέννηση. Ο αμπελώνας της Αττικής δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον εαυτό του από την αρχή. Χρειάζεται απλώς να ξαναθυμηθεί ποιος είναι — και να βρει τον τρόπο να το δείξει στον κόσμο.
Προτάσεις για εξερεύνηση.
Σας παρουσιάζουμε μια σειρά από οινοποιεία της Αττικής που ξεχωρίζουν για την ποιότητα των κρασιών τους ή για τις επισκέψιμες υποδομές τους. Ξεκινάμε με την Οινότρια Γη του Κώστα Λαζαρίδη, ένα από τα καλύτερα οργανωμένα οινοποιεία στην Ελλάδα, που περιλαμβάνει και ένα διεθνών προδιαγραφών Μουσείο Οίνου. Η επένδυση που έχει γίνει και αναδεικνύει το ιδιαίτερο όραμα του οινοποιού, αξίζουν ειδικής μνείας:
ΟΙνότρια Γη – Κτήμα Κώστα Λαζαρίδη
Διεύθυνση: 2 χλμ. Καπανδριτίου- Καλάμου, Αττική
Τηλ.: +30 22950 52213
www.domaine-lazaridi.gr
Λοιπές προτάσεις:
Οινοποιείο Αναστασίας Φράγκου
Διεύθυνση: Λεωφόρος Μαραθώνα και Μακεδονομάχων, ΤΚ 19 009 Ραφήνα, Αττική
Τηλ.: +30 22940 32508
www.fragouwines.gr
Κτήμα Παπαγιαννάκου
Διεύθυνση: Πούσι-Καλογέρι, ΤΚ 19 003 Μαρκόπουλο, Αττική
Τηλ.: +30 22990 25206
www.papagiannakos.gr
Gikas Winery
Διεύθυνση: Λεωφόρος Κιάφας, Σπάτα 190 04, Αττική
Τηλ.: +30 210 6634595
www.gikaswinery.gr
Αμπελώνες Μάρκου
Διεύθυνση: 1ο χιλ. Παιανίας Μαρκόπουλου, ΤΚ 19 002 Παιανία, Αττική
Τηλ.: +30 210 6644711
www.markouwines.gr
Κτήμα Μάτσα
Διεύθυνση: Λεονταρίου 61, Κάντζα 153 51, Αττική
Τηλ.: +30 694 7007021
www.roxanematsaestate.com
Κτήμα Κοκοτός
Διεύθυνση: Σταμάτα ΤΚ 145 75, Αττική
Τηλ.: +30 210 8145113
www.kokotosestate.gr