Ιεροτελεστία: όταν η μαρτυρία επιχειρεί να γίνει θέατρο

Για δεύτερη χρονιά, το Εθνικό Θέατρο μας καλεί να συμμετάσχουμε σε μια «ιεροτελεστία», στη σκηνή Νίκος Κούρκουλος του κτηρίου Τσίλλερ.

ierotelesteia-ethniko-theatro-26

Ο Γάλλος συγγραφέας Guillaume Poix έγραψε την «Ιεροτελεστία» (Un Sacre) πάνω σε μια ιδέα της σκηνοθέτριας Lorraine de Sagazan. Πρώτη ύλη ήταν περίπου 300 συνεντεύξεις που πάρθηκαν το 2020-2021, την περίοδο της καραντίνας, όταν ο θάνατος έγινε ταυτόχρονα πιο κοντινός και πιο μοναχικός από ποτέ. Το πρωτότυπο κείμενο εμπλουτίζει με τρεις επιπλέον ιστορίες η Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου.

Ο πυρήνας της παράστασης είναι η απώλεια και το πένθος: πώς αποχαιρετάμε, πώς θυμόμαστε, πώς συνεχίζουμε. Γύρω από τη θεματική του θανάτου, αλλά και την οπτική αυτών που «μένουν πίσω», αναδεικνύονται και άλλα ζητήματα που βρίσκονται στο κάδρο της κοινωνικής παθογένειας, όπως οι προκαταλήψεις, οι ανισότητες, η έμφυλη και η ενδοοικογενειακή, που μαρτυρούν ότι κάποια φαινόμενα δεν τελειώνουν με τον θάνατο.

Μέσα από τις αφηγήσεις των ηρώων έρχονται στο προσκήνιο θέματα που είναι ταυτόχρονα τόσο προσωπικά και τόσο οικουμενικά, ώστε σε πολλές περιπτώσεις δε θα χρειαζόταν να υπάρχουν καν ονόματα, χρόνοι ή τοποθεσίες. Συναισθήματα βαθιά ανθρώπινα, αλλά και εικόνες και σκηνές που σχεδόν δίνουν την αίσθηση ότι όλοι μας έχουμε κατά βάθος την ίδια ρίζα.

Κάπου εκεί, όμως, βρίσκεται και η βασικότερη αδυναμία του όλου εγχειρήματος, καθώς αφού το έργο έχει κυρίως αφηγηματικό χαρακτήρα, καταλήγουμε να παρακολουθούμε διαδοχικούς, εκτεταμένους μονολόγους. Ο λόγος έχει την πρωτοκαθεδρία και η δράση περνά σε δεύτερη μοίρα, με τη σκηνοθεσία να δυσκολεύεται να μετατρέψει την αφήγηση σε θεατρικό γεγονός. Σε αρκετά σημεία η σκηνή απλώς «εικονογραφεί» όσα ακούγονται, με μια κυριολεκτική αναπαράσταση που δεν προσθέτει κάποιο νέο επίπεδο ανάγνωσης. Συνεπώς ο θεατής περισσότερο ακούει παρά βλέπει, και η συγκίνηση μένει συχνά στο επιφανειακό επίπεδο της πληροφορίας. Αυτό, σε συνδυασμό με τη διάρκεια των δυόμιση και πλέον ωρών, δημιουργεί μια κούραση στο κοινό, που σταδιακά αδυνατεί να συνδεθεί βαθύτερα και ουσιαστικότερα με τις ιστορίες και τους ήρωες. Πιθανότατα η προσθήκη επιπλέον ιστοριών να μην ήταν σωστή δραματουργική κατεύθυνση για την παράσταση, και μια πιο μεστή παρουσίαση των μαρτυριών, να πετύχαινε ισχυρότερο αντίκτυπο.

Πολύτιμος σύμμαχος της παράστασης είναι η ζωντανή μουσική, η οποία δίνει ανάσες, δένει τις ιστορίες μεταξύ τους και χαρίζει στην παράσταση στιγμές τρυφερότητας αλλά και τελετουργικού βάρους. Στο τραγούδι ξεχωρίζει ο Κωνσταντίνος Κρομμύδας, τόσο σε ερμηνεία, όσο και σκηνική παρουσία. Το δεύτερο μισό αναδεικνύεται αισθητά πιο δυναμικό, καθώς η χορογραφία και η κινησιολογία παίρνουν πιο κεντρικό  ρόλο, ο ρυθμός ανεβαίνει και οι ηθοποιοί λειτουργούν περισσότερο ως σύνολο. Εκεί η παράσταση πλησιάζει πραγματικά τον τίτλο της, ως μια συλλογική ιεροτελεστία πένθους, απώλειας, τραύματος που καταλήγει σε έναν ύμνο στη ζωή.

Παίρνοντας διαδοχικά τη σκυτάλη της αφήγησης, οι ηθοποιοί δίνουν ζωή σε πολλούς, εναλλασσόμενους χαρακτήρες. Η ερμηνεία της Μαρίας Μπαγανά ξεχωρίζει για την ένταση, την κλιμάκωση, την εσωτερικότητα και το δυναμισμό της, ενώ του Χαράλαμπου Αθανασόπουλου για τη φυσικότητα και την ανεπιτήδευτη συγκίνηση που προκαλεί. Ο Ανδρέας Νάτσιος περνά αριστοτεχνικά από συναισθήματα, καταστάσεις και διαθέσεις καθηλώνοντας την προσοχή του θεατή.

Ως σύνολο, η Ιεροτελεστία είναι μια παράσταση με γενναίο θέμα και ουσιαστικές προθέσεις, που «πατά» σε θέματα και συναισθήματα οικουμενικά, ωστόσο εγκλωβίζεται στον μεγαλύτερο βαθμό στην αφήγηση και δυσκολεύεται να μεταφράσει σε νέους, θεατρικούς κώδικες τα νοήματά της. Στα σημεία, όμως, που αυτό επιτυγχάνεται, η θεατρική αίθουσα αποκτά μια αίσθηση τελετουργικού χαρακτήρα.

Δείτε επίσης