Η ελληνική μικροζυθοποιία χρειάστηκε χρόνια για να αποκτήσει ταυτότητα, κοινό και χώρο στο ράφι. Μικρά ζυθοποιεία εμφανίστηκαν σε όλη τη χώρα, πειραματίστηκαν με στυλ που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστα στο ελληνικό κοινό και, κυρίως, κατάφεραν να πείσουν τον καταναλωτή ότι η μπίρα μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα τυποποιημένο, μαζικό προϊόν.
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα γεννήθηκε και η Noctua, το 2016, ως μία από τις χαρακτηριστικές εκπροσώπους της αθηναϊκής craft σκηνής. Η πρόσφατη συμφωνία της με την Αθηναϊκή Ζυθοποιία αλλάζει πλέον τα δεδομένα: η τελευταία αναλαμβάνει την παραγωγή, τη διανομή και την ανάπτυξη του δικτύου πωλήσεων των προϊόντων Noctua σε ολόκληρη την Ελλάδα. Τυπικά δεν πρόκειται για εξαγορά της μικροζυθοποιίας αλλά για συμφωνία άδειας χρήσης του σήματος. Στην πράξη, όμως, ένα μέχρι σήμερα ανεξάρτητο craft brand αποκτά πρόσβαση στις παραγωγικές και εμπορικές δυνατότητες του μεγαλύτερου παίκτη της ελληνικής αγοράς μπίρας.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα. Ένας μικρός, ανεξάρτητος ζυθοποιός δεν αγοράζει πρώτες ύλες με τους ίδιους όρους με μια μεγάλη βιομηχανία. Δεν διαθέτει αντίστοιχη παραγωγική δυναμικότητα, logistics, αποθήκες, δίκτυο πωλητών ή πρόσβαση στα σημεία εστίασης και λιανικής. Κυρίως, δεν διαθέτει την ίδια δυνατότητα να απορροφήσει πιέσεις στο περιθώριο κέρδους του προκειμένου να κερδίσει ένα ράφι, μια κάνουλα ή έναν σημαντικό επαγγελματία πελάτη. Όταν λοιπόν ένα brand που εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτό από τον καταναλωτή ως craft αποκτά τη δύναμη μιας πολυεθνικής δομής, δημιουργείται μια ιδιότυπη ανισορροπία. Στο ίδιο ψυγείο μπορεί να βρίσκονται δύο «craft» μπίρες, μόνο που η μία παράγεται και διανέμεται με τις δυνατότητες ενός μεγάλου ομίλου και η άλλη από έναν πραγματικό μικροζυθοποιό που πρέπει να υπολογίσει μέχρι και το τελευταίο ευρώ του κόστους του.
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο επειδή η ελληνική αγορά δεν είναι απεριόριστη. Η εστίαση αποτελεί κρίσιμο πεδίο για τις πωλήσεις μπίρας και κάθε θέση σε έναν κατάλογο, κάθε ψυγείο και κάθε κάνουλα έχουν εμπορική αξία. Όσο μεγαλύτερο μέρος αυτού του χώρου καταλαμβάνεται από brands που διαθέτουν πίσω τους ισχυρά δίκτυα διανομής, τόσο στενότερο γίνεται το πέρασμα για εκείνους που επιχειρούν πραγματικά μόνοι τους.

Η περίπτωση της Noctua, άλλωστε, δεν είναι η πρώτη που φέρνει στο ίδιο τραπέζι την ελληνική craft σκηνή και τη μεγάλη ζυθοποιία. Το 2023 η Ολυμπιακή Ζυθοποιία, μέλος του ομίλου Carlsberg, απέκτησε ποσοστό άνω του 10% στη Μικροζυθοποιία Κυκλάδων, παραγωγό της Νήσος, αναλαμβάνοντας παράλληλα την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η τάση, επομένως, είναι υπαρκτή: επιτυχημένα ελληνικά craft brands προσελκύουν το ενδιαφέρον των μεγάλων ομίλων, οι οποίοι εύλογα βλέπουν σε αυτά πρόσβαση σε ένα κοινό που αναζητά κάτι διαφορετικό από τις mainstream ετικέτες. Για τους ιδρυτές μιας μικροζυθοποιίας, μια τέτοια συμφωνία μπορεί να είναι εξαιρετική επιχειρηματική κίνηση. Περισσότερα σημεία πώλησης, μεγαλύτερη παραγωγική δυνατότητα, καλύτερη διανομή και πρόσβαση σε αγορές που διαφορετικά θα χρειάζονταν χρόνια και σημαντικά κεφάλαια για να κατακτηθούν. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτό για όλους τους υπόλοιπους.
Η craft κουλτούρα γεννήθηκε διεθνώς ως αντίδραση ακριβώς στην ομοιομορφία της βιομηχανικής μπίρας. Η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στις IPA, στις stout, στις sour ή στις εντυπωσιακές ετικέτες. Βρίσκεται στην ανεξαρτησία του παραγωγού, στην ελευθερία του να πειραματιστεί και στην ύπαρξη πολλών διαφορετικών μικρών επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται με τη δημιουργικότητα και το προϊόν τους. Αν τα πιο επιτυχημένα craft brands περνούν σταδιακά –ολικά ή λειτουργικά– στα παραγωγικά και εμπορικά δίκτυα των μεγάλων ζυθοποιιών, μπορεί στο τέλος το ψυγείο να μοιάζει περισσότερο γεμάτο από ποτέ, αλλά πίσω από τις διαφορετικές ετικέτες να βρίσκονται ολοένα λιγότερα πραγματικά ανεξάρτητα επιχειρηματικά κέντρα.
Και αυτό είναι ίσως το πραγματικό διακύβευμα της υπόθεσης Noctua. Όχι αν η μπίρα θα εξακολουθήσει να είναι καλή. Ούτε αν η συμφωνία είναι συμφέρουσα για τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν. Αλλά αν ένας μικρός Έλληνας ζυθοποιός, χωρίς πολυεθνική στην πλάτη του, θα μπορεί αύριο να βρει χώρο στο ίδιο ράφι, στην ίδια κάβα και στην ίδια κάνουλα. Είναι προφανές ότι μικροζυθοποιία χωρίς μικρούς, ανεξάρτητους ζυθοποιούς μπορεί να διατηρήσει την αισθητική του craft. Δύσκολα, όμως, μπορεί να συνεχίσει να λέγεται craft.