Ιστορίες της αμπέλου: Η Χήρα της Reims

Οι Ιστορίες της Αμπέλου είναι μια σειρά μικρών διηγημάτων του Πάνου Γεωργούντζου, εμπνευσμένων από τα μεγάλα κρασιά του κόσμου.

Visite libre Henry Vasnier

Ο Louis Pommery πέθανε τον Φεβρουάριο του 1858.

Άφησε πίσω του χρέη, έναν οίκο σαμπάνιας που μόλις είχε αρχίσει και μια νεαρή γυναίκα που δεν είχε ζητήσει ποτέ να γίνει επιχειρηματίας. Η Louise κοίταξε τους λογαριασμούς, κοίταξε τα άδεια κελάρια, κοίταξε τον χειμωνιάτικο ουρανό της Champagne, γκρίζο και βαρύ σαν πέτρα.

Μετά έβαλε τα χαρτιά στο συρτάρι και πήγε στη δουλειά.

Δεν ήξερε τίποτα για κρασί. Ήξερε όμως για τάξη, για υπομονή, για την αξία της λεπτομέρειας. Και ήξερε ότι κάτω από τη Reims υπήρχαν αρχαίες ρωμαϊκές στοές, κρυφοί θάλαμοι σκαμμένοι στην κιμωλία δύο χιλιάδες χρόνια πριν, που περίμεναν να γίνουν κάτι μεγάλο.

Χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να τελειώσουν τα κελάρια. Εκατόν δεκαέξι σκαλοπάτια κάτω από τη γη, τριάντα μέτρα βάθος, ένας υπόγειος καθεδρικός ναός από ασβεστόλιθο και σκοτάδι και κρύο αέρα. Σε κάθε στοά έδωσε το όνομα ενός πελάτη από άλλη χώρα, Λονδίνο, Μόσχα, Νέα Υόρκη, σαν να έχτιζε έναν κόσμο ολόκληρο κάτω από τη γη.

Και πάντα, στο κέντρο όλων, το όνομά της.

Louise.

Εκατόν σαράντα οκτώ χρόνια αργότερα, το 2006, τα σταφύλια από τους αμπελώνες του Avize, του Cramant και του Ay, από τα τρία καλύτερα Grand Crus της Champagne, μαζεύτηκαν με ιδιαίτερη προσοχή. Το καλοκαίρι είχε υπάρξει δύσκολο, ξηρό, απαιτητικό. Αλλά αυτά που επιβίωσαν ήταν συγκεντρωμένα, έντονα και γεμάτα χαρακτήρα.

Το κρασί έμεινε στα κελάρια να ωριμάσει. Χρόνια ακίνητο στο σκοτάδι, στο κρύο, στη σιωπή που διατηρεί η κιμωλία εδώ και αιώνες. 65% Chardonnay από το Avize και το Cramant, 35% Pinot Noir από το Ay με μια ισορροπία που η Louise θα αναγνώριζε ως δικό της χαρακτηριστικό: κομψότητα και δύναμη, μαζί.

Εκείνο το βράδυ κάποιος άνοιξε το μπουκάλι πολύ αργά, με προσοχή.

Ο ήχος ήταν σχεδόν ανεπαίσθητος σαν ένας ψίθυρος αντί για κρότος. Χρυσό το χρώμα, με πράσινες ανταύγειες που χόρευαν στο φως των κεριών. Οι φυσαλίδες ανέβαιναν αργά, με αξιοπρέπεια, σαν να μην είχαν βιασύνη.

Μύρισε: χαμομήλι, βούτυρο, καπνιστές νότες, λευκά λουλούδια, πορτοκαλόφλουδα. Κάτι βαθύ από κάτω, σαν υγρή κιμωλία, σαν γη μετά τη βροχή.

Ήπιε.

Η γεύση ήταν ευθεία σαν γραμμή, τεντωμένη, ακριβής, χωρίς περιττά λόγια. Μηλόξυδο και μαρζιπάν, λεμόνι αποξηραμένο, αλμυρή επίγευση που δεν έφευγε.

Και κάπου στο τέλος, εκείνη η λεπτή πικρή νότα φλούδας λεμονιού, που ήταν η υπογραφή της Louise Nature. Ξεκάθαρη, ειλικρινής, χωρίς συγκάλυψη, χωρίς dosage, χωρίς συμβιβασμό.

Ακριβώς όπως η γυναίκα που έδωσε σε αυτό το κρασί το όνομά της.

Μια χήρα που αρνήθηκε να πενθεί και αντί γι αυτό, έχτισε έναν θρύλο.

Δείτε επίσης