Ο προσωπικός αυτός χαρακτήρας της ψυχολογίας που υπάρχει πίσω από ένα τάμα, αυτό το «αλισβερίσι» με τα θεία ως τελευταίο οχυρό πίστης και ελπίδας, αποτελεί από μόνο του πλούσιο θεατρικό υλικό για διερεύνηση, και σε συνδυασμό με αφηγήσεις και μαρτυρίες εμπνευσμένες από αληθινά περιστατικά, δίνει στην παράσταση «Τάμα» ένα βαθιά ανθρώπινο στοιχείο, που αγγίζει ειλικρινά τον θεατή.
Διαγράφοντας μια πορεία μέσα στον χρόνο, από το χθες στο σήμερα, από το αστικό περιβάλλον στα απόμερα νησιά, από την οργανωμένη πίστη στην προσωπική τελετουργία, η παράσταση ξετυλίγει το νήμα, με αφορμή πραγματικές μαρτυρίες ανθρώπων από διαφορετικές εποχές και περιβάλλοντα (από τη γυναίκα του σφουγγαρά που περιμένει τον άντρα της να γυρίσει μέχρι τους ναυαγούς του πλοίου Σάμινα), φωτίζοντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πίστη, τη δεισιδαιμονία και τη θυσία.

Οι τρεις ηθοποιοί, Μαρία Προϊστάκη, Χρύσα Κοτταράκου, Φανή Παναγιωτίδου, με εργαλεία τους τη μουσική, την κίνηση, το τραγούδι, το σώμα, τις αισθήσεις, γίνονται οι φυσικοί φορείς των αφηγήσεων αυτών, μέσα σε μια ατμόσφαιρα, που με στοιχεία της λαϊκής παράδοσης, παραπέμπει στον μυσταγωγικό χαρακτήρα της ίδιας της πίστης. Οι ερμηνεύτριες κινούνται με συνέπεια και χάρη ανάμεσα στον ρεαλισμό και το σύμβολο, την αφήγηση και την αλληγορία, το χιούμορ και τη συγκίνηση, διατηρώντας ζωντανό το νήμα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν.

Σε απόλυτη αρμονία και επικοινωνία με τις ιστορίες που αφηγούνται, οι ηθοποιοί γίνονται ένα «κανάλι» στην λιτή σκηνοθεσία του Χριστοδούλου, που περνά καθαρά και αβίαστα το μήνυμα ότι όλοι οι άνθρωποι κάπου ακουμπάμε τις ελπίδες μας, και αναπαράγει πραγματικά την αίσθηση της ανάμικτης απελπισίας και ελπίδας που χαρακτηρίζει και κινητοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου να καταφύγει σε ένα τάμα.
Με σκηνογραφία, μουσική και ήχους που δε βρίσκονται εκεί απλά για να εντυπωσιάσουν, αλλά συναποτελούν ένα καλά μελετημένο και δουλεμένο σύνολο στοιχείων που χτίζει το ιδιαίτερα συνεπές τελικό αποτέλεσμα, στην παράσταση δεν υπάρχει τίποτα το περιττό, από τις ερμηνείες, τα σκηνικά αντικείμενα, μέχρι και τη διάρκειά της.

Συνδυάζοντας τη σύγχρονη σκηνοθεσία και τις μοντέρνες θεατρικές επιρροές, με στοιχεία και σημαινόμενα της λαϊκής παράδοσης και της παραδοσιακής τέχνης, ο Χριστοδούλου «κλείνει το μάτι» στον θεατή, με έναν υπαινιγμό για τις κοινές ρίζες στις οποίες όλοι επιστρέφουμε σε μια στιγμή ανάγκης, και τις οποίες έχουμε μάθει από πολύ νωρίς να αναγνωρίζουμε, ακόμα και αν μερικές φορές δεν τις κατανοούμε.
Σε 80 λεπτά, χωρίς περιττά τεχνάσματα και πλεονασμούς, η παράσταση οδηγεί από τη δοκιμασία στην υπόσχεση και από εκεί στην αναμονή ενός θαύματος που μπορεί να έρθει, αλλά μπορεί και όχι. Ειλικρινής, αληθινή και ανθρώπινη, αφήνει τον θεατή με μια ιδιαίτερη αίσθηση κάθαρσης αλλά όχι εφησυχασμού, που ίσως τελικά, είναι και η ίδια η ρίζα της πίστης και του τάματος!