Ιστορίες της αμπέλου: Η Ελπίδα

Οι Ιστορίες της Αμπέλου είναι μια σειρά μικρών διηγημάτων του Πάνου Γεωργούντζου, εμπνευσμένων από τα μεγάλα κρασιά του κόσμου.

IMG_3191

Ο Αλεχάντρο ήρθε στον αμπελώνα μια μέρα του Μαρτίου, όταν ο ήλιος της Mendoza έκαιγε.

Ο γέρος ιδιοκτήτης τον περίμενε στην άκρη του χωραφιού με ένα τσαπί στο χέρι και μια έκφραση ανθρώπου αποφασισμένου. .

«Θα τα ξεριζώσω», είπε χωρίς να χαιρετήσει. «Δεν αποδίδουν αρκετά. Θα φυτέψω Malbec».

Ο Αλεχάντρο δεν απάντησε. Κοίταζε τα κλήματα. Εκατόν πενήντα χρόνων. Στριμμένα, γέρικα, σκυμμένα προς τη γη με την αξιοπρέπεια όσων έχουν δει πολλά. Οι ρίζες τους έφταναν βαθιά στην αμμώδη γη του San Martín, βαθύτερα από όπου θα μπορούσε να φτάσει οποιοδήποτε νέο κλήμα. Κατέβαιναν σε στρώματα που κανείς δεν είχε χαρτογραφήσει, ψάχνοντας νερό, ψάχνοντας ζωή, αρνούμενα επίμονα να πεθάνουν.

Bonarda, σκέφτηκε. Η ξεχασμένη ποικιλία. Η δεύτερη της Αργεντινής που κανείς δεν εκτιμούσε πια.

«Πόσα θέλεις για τη σοδειά;» ρώτησε.

Ο αμπελώνας πήρε το όνομά του από μια λέξη που ο Αλεχάντρο επέλεξε με προσοχή: La Esperanza. Η Ελπίδα.

Όχι γιατί ήταν αισιόδοξος από τη φύση του. Ήταν μηχανικός βλέπεις, αγρονόμος, άνθρωπος των στοιχείων και της γης. Αλλά γιατί αυτά τα κλήματα είχαν επιβιώσει ενάντια σε κάθε λογική. Είχαν αντέξει ξηρασίες, παγετούς, παραμέληση και τη φθορά του χρόνου. Και συνέχιζαν να δίνουν καρπό.

Αν αυτό δεν ήταν ελπίδα, τι ήταν;

Το 2022 ήταν η καλύτερη χρονιά που είχε ζήσει ποτέ ο Αλεχάντρο. Το είπε ο ίδιος, αυτός που δεν μιλούσε ποτέ με υπερβολές. Η οξύτητα ήταν τέλεια, η συγκέντρωση στον καρπό όπως ακριβώς την ήθελε, το αλκοόλ ακριβώς στο σωστό επίπεδο.

Τα σταφύλια από τον αμπελώνα La Esperanza έφτασαν στο οινοποιείο τον Απρίλιο, ζυμώθηκαν με άγριες ζύμες για δεκαπέντε μέρες και μετά κοιμήθηκαν για δώδεκα μήνες σε εκατό χρόνων foudres, παλιές ξύλινες δεξαμενές που είχαν κι αυτές τη δική τους μνήμη, τη δική τους ιστορία.

Ένα βράδυ, κάπου στην άλλη άκρη του κόσμου, κάποιος άνοιξε ένα μπουκάλι.

Το χρώμα ήταν βαθύ βιολετί, σχεδόν μαύρο στο κέντρο. Μύρισε βατόμουρα, κεράσια, βιολέτες, κάτι ελαφρά χωμάτινο που θύμιζε βροχή σε ξερή γη.

Ήπιε.

Και κάπου μέσα στα αρώματα, στις μεταξένιες τανίνες, στην ήπια οξύτητα, στο μακρύ τελείωμα που αρνιόταν να φύγει υπήρχε η αίσθηση ενός αμπελώνα που είχε αποφασίσει να ζήσει.

Εκατόν πενήντα χρόνια επιμονής σε ένα ποτήρι.

Εκείνη τη μέρα του Μαρτίου, ο γέρος με το τσαπί δεν ξερίζωσε τίποτα.

Δείτε επίσης