Όταν το θέατρο δανείζεται αντί να δημιουργεί

Αλήθεια, πρόσεξε κανείς το όλο «σκηνικό» στα θεατρικά πράγματα τη φετινή χρονιά; Μήπως κάπου η κατάσταση με τις διασκευές βιβλίων και ταινιών στη θεατρική σκηνή έχει παραγίνει;

IMG_2895

Θα πει κανείς, βέβαια, δεν είναι η πρώτη χρονιά που βλέπουμε να μεταφέρονται στο θέατρο έργα από μυθιστορήματα ή ταινίες… ίσως είναι όμως η χρονιά με τις περισσότερες διασκευές, οι οποίες – στα μεγάλα θέατρα τουλάχιστον – σχεδόν ξεπερνούν τις πρωτότυπες παραγωγές! Ειδικά στο κομμάτι των ταινιών, η θεατρική σεζόν έβριθε από διασκευές έργων, που αποτέλεσαν κινηματογραφικές επιτυχίες, και φέτος παρέλασαν μία μία στις θεατρικές σκηνές. Και το ρεπερτόριο αρκετά πλούσιο, για να καλύπτει όλα τα γούστα: από Hollywood (βλέπε Misery, Η τελευταία έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ κλπ) μέχρι και Finos Films(βλέπε Λόλα, Τζένη Τζένη κλπ). Και κάπως έτσι το φετινό corpus παραστάσεων έφτασε να μοιάζει πιο πολύ με πρόγραμμα της τηλεόρασης, ή με αφιέρωμα «ταινίες που αγαπήσαμε», στο σινεμά της γειτονιάς, παρά με καλλιτεχνική πρόταση.

Και το ερώτημα που δημιουργείται εδώ, δεν έχει να κάνει με την ίδια τη διαδικασία και τη φιλοσοφία της διασκευής – η αξία της οποίας δεν αμφισβητείται, και έχει δώσει φοβερά καλλιτεχνικά δείγματα ανά διαστήματα – αλλά κυρίως με την κατεύθυνση που έχει πάρει το σημερινό θέατρο, το οποίο αντί να πηγαίνει μπροστά, φαίνεται να κοιτάζει συνεχώς προς τα πίσω. Ο Γκάντι είχε πει «αν θες να καταλάβεις το επίπεδο ενός λαού, δες πώς φέρεται στα ζώα», και φέρνοντας τη λογική του στην αστικοποιημένη κοινωνία του σήμερα, θα μπορούσαμε να το παραφράσουμε ως αν θες να καταλάβεις το επίπεδο ενός λαού, δες με τι διασκεδάζει.Τι θα σήμαινε αυτό για το θεατρικό – και όχι πάντα θεατρόφιλο – κοινό του σήμερα;

Η ευκολία του ανεβάσματος

Σαφώς για μια ομάδα, έναν παραγωγό, έναν σκηνοθέτη και πάει λέγοντας, η απόφαση να ανεβάσει τη διασκευή ενός έργου στο θέατρο, βγάζει από τη μέση της διαδικασίας του ανεβάσματος μιας παράστασης, κάποια ζητήματα – όπως η καταβολή πνευματικών δικαιωμάτων, το ρίσκο να μη δεχτεί ο αρχικός δημιουργός να παραχωρήσει το έργο, την καθυστέρηση των διαδικασιών και άλλα – που σίγουρα κάνουν τη λίστα των υποχρεώσεων μικρότερη, και ελαφραίνουν το προϋπολογισμό.

Κατά τα άλλα, βέβαια, πρόκειται για μια διόλου απλή διαδικασία, η οποία ενδέχεται να δυσκολέψει δημιουργικά, πιο πολύ από τη συγγραφή ενός νέου, πρωτότυπου έργου, και η οποία ενέχει πολλές «παγίδες», κατά τη δραματοποίηση και την σκηνική απόδοση: τι κρατάς και τι όχι; τι είναι απαραίτητο για μια ολοκληρωμένη πλοκή και τι περιττεύει; τι είναι αυτό που δε θα άρεσε σε όσους ήδη αγαπούν την αρχική εκδοχή του έργου και ποιους μπορεί να δυσαρεστήσει μια επιλογή; Συχνά μάλιστα, η θεατρική φόρμα ίσως δεν επαρκεί για να καλύψει τις προσδοκίες των θεατών από ένα έργο το οποίο μπορεί να έχουν δει στο σινεμά, καθώς – ανάλογα τη φύση και τη δομή του έργου – τα θεατρικά τεχνικά μέσα παρέχουν δυνατότητες που μοιάζουν φτωχότερες μπροστά σε αυτές μιας κινηματογραφικής παραγωγής, με τις οποίες υποσυνείδητα το κοινό είναι ήδη εξοικειωμένο.

Η ασφάλεια του ήδη αγαπημένου

Η σύγκριση, φυσικά, με το εκάστοτε αρχικό έργο είναι πάντοτε αναπόφευκτη και λογικώς επακόλουθη, καθώς όποιος ισχυρισμός και όποια δήλωση στο πνεύμα «μην έρθετε στην παράσταση προκατειλημμένοι, έχοντας στο μυαλό σας την ταινία», αποτελεί από αφελή πόθο, μέχρι στρουθοκαμηλισμό, αφού η ίδια η επιλογή ανεβάσματος του εκάστοτε έργου σε διασκευή, έχει σαφώς βασιστεί ως ιδέα στην επιτυχία του πρωτότυπου.

Γιατί είναι τελικά αυτό το συναίσθημα νοσταλγίας που πουλάνε οι θεατρικοί παραγωγοί, και όχι η ουσιαστική τέχνη. Είναι η παρελθοντολαγνοία και η αξεπέραστη τάση ωραιοποίησης του παρελθόντος ως σύνολο, που είναι διάχυτη ως κοινωνικό φαινόμενο, αυτή που δημιουργεί το γόνιμο έδαφος των θεατρικών επιλογών, που επιχειρούν να τη ρευστοποιήσουν. Γιατί μια νέα παραγωγή, βασισμένη σε ένα καινούριο έργο, που δε διαθέτει τα εχέγγυα της πρότερης επιτυχίας, ή του ευρέως γνωστού ονόματος του/της συγγραφέα του, ξεκινά σίγουρα με διαφορετικές οικονομικές προσδοκίες, σε σχέση με μια παραγωγή η οποία στηρίζεται στις φαινομενικά στιβαρότερες πλάτες, ενός επιτυχημένου έργου, για το οποίο δε θα χρειαστεί να πληρωθούν πνευματικά δικαιώματα, και το οποίο διαθέτει ήδη το κοινό του. Ξαναερχόμαστε, επομένως, πάλι στο οικονομικό του πράγματος. Δύο στα δύο!

Και όλα αυτά, για να καταλήξουμε τις συντριπτικά περισσότερες φορές – κοινό και κριτικοί – να πούμε «καμία σχέση με την ταινία» ή «καλή προσπάθεια, αλλά δε συγκρίνεται με την ταινία»! Κι αυτό όχι επειδή όλοι οι θεατές πηγαίνουν σκοπίμως για να κάνουν τη σύγκριση, αλλά γιατί αφενός μεν, όπως αναφέραμε, η σύγκριση σε ένα βαθμό είναι αναπόφευκτη, τα τεχνικά μέσα της κάθε φόρμας διαφέρουν αλλά και δεν είναι όλα τα έργα «φιλικά» για μια θεατρική διασκευή, αφετέρου δε, διότι τις περισσότερες φορές, η διασκευή αυτή γίνεται χωρίς κάποιον σαφή στόχο. Το όλο νόημα της τεχνικής και της διαδικασίας της διασκευής, εντοπίζεται στην προβολή μιας νέας ανάγνωσης, στην επανανοηματοδότηση, στην απόδοση με κώδικες του σήμερα, στην ανάδειξη πτυχών που δεν αναπτύσσονται στο πρωτότυπο έργο, με λίγα λόγια σε μια ολοκληρωμένη και προσηλωμένη καλλιτεχνική πρόταση.Αυτό ακριβώς αποδεικνύεται πως λείπει από τις θεατρικές διασκευές, που φαίνεται να γίνονται απλά για να γίνουν, και που προκαλούν περισσότερη εντύπωση και ένταση με την επιλογή του έργου τους και μόνο, παρά με την καλλιτεχνική τους δουλειά, η οποία περνά και χάνεται.

Ο φόβος του ρίσκου

Και όλα αυτά, μάλιστα, τη στιγμή που η σύγχρονη ελληνική δραματουργία, ειδικά τα τελευταία χρόνια, έχει δώσει φοβερά δείγματα γραφής, που αποδεικνύουν πως όχι μόνο δεν έχει εξαφανιστεί, αλλά ανθεί! Φεστιβάλ νέων έργων, εργαστήρια σύγχρονης γραφής, νεοσύστατες ομάδες, αναδεικνύουν καινούρια, αξιόλογαταλέντα που ψάχνουν πού να σταθούν, σε ένα θεατρικό στερέωμα που μοιάζει να ομφαλοσκοπεί, όταν παραπονιέται για την έλλειψη πρωτοτυπίας, αλλά καταφεύγει στις ίδιες συνταγές. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: το κοινό δεν εκπαιδεύεται να απαιτεί κάτι νέο, άρα η αγορά δεν ρισκάρει να επενδύσειστο νέο, άρα το νέο δεν φτάνει στο κοινό, σε ένα ισοζύγιο προσφοράς-ζήτησης, που βγάζει εν τέλει τη θεατρική τέχνη, ως τον μόνιμα χαμένο. Και κάπου στο περιθώριο αυτού του κύκλου, οι δημιουργοί που θα μπορούσαν να είναι το μέλλον του θεάτρου βρίσκουνκλειστές πόρτες και κοιτάζουν γραμμένες σελίδες που δύσκολα θα φτάσουν μέχρι τη σκηνή.

Το ζητούμενο, φυσικά, δεν είναι η εξάλειψη της διασκευής, αλλά η ορθολογική χρήση της, ώστε να μη μιλάμε για ένα θέατρο που χαρακτηρίζεται από καθαρά εμπορικές επιλογές και παραστάσεις κενές νοήματος. Γιατί το θέατρο, στην πιο ουσιαστική του μορφή, δεν αναπαράγει τον κόσμο, τον ερμηνεύει, τον αμφισβητεί, τον ανοίγει. Και αν η σύγχρονη παραγωγή γυρίσει την πλάτη την στους δημιουργούς που έχουν φωνή για να κάνουν ακριβώς αυτό, τότε η θεατρική σκηνή μπορεί να γεμίζει από θεατές αλλά θα αδειάζει από νόημα.

Δείτε επίσης