Ιστορίες της αμπέλου: Το Σμαράγδι του Δούναβη

Οι Ιστορίες της Αμπέλου είναι μια σειρά μικρών διηγημάτων του Πάνου Γεωργούντζου, εμπνευσμένων από τα μεγάλα κρασιά του κόσμου.

IMG_2613

Ο ποταμός θυμόταν τα πάντα.

Χιλιάδες χρόνια νερού που έτρεχε ανάμεσα στις πέτρινες πλαγιές του Wachau, σκαλίζοντας αργά, υπομονετικά, τη γη που έμελλε να γίνει ο πιο διάσημος αμπελώνας της Αυστρίας. Τα κλήματα είχαν μάθει να ακούνε τον Δούναβη. Να απορροφούν την υγρασία του. Να κρατούν μέσα τους την ψυχρή του ανάσα.

Ο Φραντς Ξάβερ Πίχλερ το ήξερε αυτό από παιδί.

Εκείνο το φθινόπωρο του 2018, ο τρύγος ήταν αργός και προσεκτικός. Κάθε τσαμπί επιλεγμένο με τα χέρια, μόνο τα πιο ώριμα, εκείνα που είχαν φτάσει στο επίπεδο του Smaragd, του σμαραγδιού, που πήρε το όνομά του από μια σπάνια πράσινη σαύρα που ζει στις ηλιόλουστες πλαγιές του ποταμού.

Η σαύρα εμφανίζεται μόνο όταν ο ήλιος είναι αρκετά δυνατός. Όπως και το κρασί.

Ο Χανς άνοιξε το μπουκάλι ένα βράδυ χειμώνα, μόνος στο σπίτι του στη Βιέννη. Έξω έπεφτε χιόνι. Μέσα, το μόνο φως ήταν ένα αναμμένο τζάκι.

Έριξε λίγο στο ποτήρι. Ανοιχτό χρυσοπράσινο. Σαν παγωμένος ήλιος.

Μύρισε. Λευκό πιπέρι, αχλάδι, κάτι μεταλλικό που του θύμισε βράχο βρεγμένο από βροχή.

Μετά ήπιε. Και ο χειμώνας έφυγε.

Ήταν ξαφνικά καλοκαίρι στις πλαγιές του Wachau. Ο Δούναβης έλαμπε κάτω, πλατύς και αργός. Μια μικρή πράσινη σαύρα κάθονταν ακίνητη σε μια πέτρα, κοιτώντας τον με μάτια χρυσά σαν το κρασί.

Έφτασες, φάνηκε να λέει.

Ο Χανς ήπιε άλλη μια γουλιά.

Έξω, το χιόνι συνέχιζε να πέφτει. Αλλά μέσα του τώρα υπήρχε κάτι ζεστό, κάτι που μύριζε καλοκαίρι και ποτάμι και πέτρα και ήλιο.

Το Smaragd ήταν ένα παράθυρο ανοιχτό στη μέση του χειμώνα.

Δείτε επίσης