Ο γέρος αμπελώνας θυμόταν τα πάντα.
Διακόσια χρόνια ριζών βαθιά στην ηφαιστειακή γη της Σαντορίνης, διακόσια χρόνια αλμυρού αέρα και καυτού ήλιου. Τα κλήματά του ήταν στριμμένα σαν γέρικα χέρια, σκυμμένα προς τη γη σαν να προσεύχονται.
Κάθε σταφύλι κρατούσε μέσα του μια ιστορία.
Ο Ματθαίος το ήξερε αυτό. Το είχε μάθει από τον πατέρα του, που το είχε μάθει από τον παππού του, που το είχε μάθει από έναν ξένο ιερωμένο — έναν monsignore — που κάποτε είχε φτάσει στο νησί με μια παλιά βάρκα και είχε γονατίσει μπροστά στα κλήματα λες και ήταν εκκλησία.
«Αυτά τα αμπέλια», είχε πει ο ιερωμένος, «δεν ανήκουν σε κανέναν. Απλώς μας δανείζουν το κρασί τους».
Διακόσια χρόνια ριζών βαθιά στην ηφαιστειακή γη της Σαντορίνης, διακόσια χρόνια αλμυρού αέρα και καυτού ήλιου. Τα κλήματά του ήταν στριμμένα σαν γέρικα χέρια, σκυμμένα προς τη γη σαν να προσεύχονται.
Κάθε σταφύλι κρατούσε μέσα του μια ιστορία.
Ο Ματθαίος το ήξερε αυτό. Το είχε μάθει από τον πατέρα του, που το είχε μάθει από τον παππού του, που το είχε μάθει από έναν ξένο ιερωμένο — έναν monsignore — που κάποτε είχε φτάσει στο νησί με μια παλιά βάρκα και είχε γονατίσει μπροστά στα κλήματα λες και ήταν εκκλησία.
«Αυτά τα αμπέλια», είχε πει ο ιερωμένος, «δεν ανήκουν σε κανέναν. Απλώς μας δανείζουν το κρασί τους».
Εκείνο το βράδυ, στο παλιό πέτρινο κελάρι, ο Ματθαίος άνοιξε ένα μπουκάλι Monsignori 2018. Έριξε λίγο στο ποτήρι, το σήκωσε στο φως ενός μοναχικού κεριού.
Χρυσό. Ζωντανό. Σαν να ανέπνεε.
Μύρισε πρώτα — λεμόνι, ασβέστης, κάτι αρχαίο που δεν είχε όνομα. Μετά ήπιε.
Και τότε το είδε.
Μια στιγμή από το 1823: ένας αμπελουργός με σκισμένα χέρια που έσκαβε τη γη στη ζέστη του Αυγούστου. Μετά το 1891: μια γυναίκα που τραγουδούσε σιγά ενώ μάζευε σταφύλια πριν τη βροχή. Μετά το 1956: σκόνη και σεισμός και ένα κλήμα που επέζησε μόνο του ανάμεσα στα ερείπια.
Κάθε γουλιά ήταν μια ζωή.
Άδειασε το ποτήρι αργά, με σεβασμό.
Έξω, ο αέρας του Αιγαίου χτυπούσε τις πέτρες. Τα κλήματα στέκονταν ακίνητα στο σκοτάδι, υπομονετικά, σαν να περίμεναν την επόμενη γενιά να έρθει να τα ακούσει.
Χρυσό. Ζωντανό. Σαν να ανέπνεε.
Μύρισε πρώτα — λεμόνι, ασβέστης, κάτι αρχαίο που δεν είχε όνομα. Μετά ήπιε.
Και τότε το είδε.
Μια στιγμή από το 1823: ένας αμπελουργός με σκισμένα χέρια που έσκαβε τη γη στη ζέστη του Αυγούστου. Μετά το 1891: μια γυναίκα που τραγουδούσε σιγά ενώ μάζευε σταφύλια πριν τη βροχή. Μετά το 1956: σκόνη και σεισμός και ένα κλήμα που επέζησε μόνο του ανάμεσα στα ερείπια.
Κάθε γουλιά ήταν μια ζωή.
Άδειασε το ποτήρι αργά, με σεβασμό.
Έξω, ο αέρας του Αιγαίου χτυπούσε τις πέτρες. Τα κλήματα στέκονταν ακίνητα στο σκοτάδι, υπομονετικά, σαν να περίμεναν την επόμενη γενιά να έρθει να τα ακούσει.
Τα αμπέλια αυτά είναι φύλακες. Φρουροί που φυλάνε μνήμες.
