Festen: μια γιορτή για γερά στομάχια

Η εμβληματική ταινία Festen/Οικογενειακή γιορτή, του Δανού  Thomas Vinterberg – χαρακτηριστικό δείγμα της σχολής Δόγμα 95, και παράδειγμα σκληρού ρεαλισμού –  έχει καταλάβει από πέρυσι τη σκηνή του θεάτρου Άλμα, σε σύλληψη και σκηνοθεσία Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου, και αποτελεί σταθερά talk of thetown!

Screenshot

Μια παράσταση, μια οικογένεια, μια γιορτή και ένα βαρύ μυστικό που κρύβεται πίσω από όλες τις διαταραγμένες δυναμικές των μελών της. Μια παράσταση που δε μας φέρνει απλά αντιμέτωπους με τη βία και την επιρροή της, αλλά μας βάζει στη θέση των μαρτύρων αυτής, και εναποθέτει στους ώμους μας το βάρος της ευθύνης που φέρει η σιωπή. Αυτό που κάνει το Festen σπάνιο δεν είναι η αποκάλυψη, είναι η αντίδραση στην αποκάλυψη.Αυτή η στιγμή που η αλήθεια πέφτει στο κενό και ο κόσμος αρνείται να την δει, είναι η πιο τρομακτική και αληθινή που μπορεί να βιώσει ο θεατής. Γιατί όταν η αλήθεια είναι πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε μια γιορτινή αίθουσα, εγκλωβίζεται ανάμεσα στους καλεσμένους χωρίς διαφυγή, και γυρνά σε αυτόν που την εξαπέλυσε. Γιατί δεν υπάρχει χώρος για αυτήν σε μια μέρα γιορτής, όπου η χαρά είναι επιβεβλημένη – σχεδόν αυτονόητη – και η ευτυχία είναι το μοναδικό συναίσθημα που χωρά ανάμεσα σε τυπικές κουβέντες, ξέφρενα γέλια, φαγητά και ποτά.

Υπάρχουν παραστάσεις που τελειώνουν όταν σβήνουν τα φώτα. Και υπάρχουν παραστάσεις που αρχίζουν εκεί, στο κενό της συνειδητοποίησης, στο δρόμο της επιστροφής, στην κουβέντα που ακολουθεί, ή στη σιωπή που φαίνεται να χωράει όλα όσα μένουν ανείπωτα. Και η σκιά του Festen κάνει αυτό ακριβώς σε στοιχειώνει για μέρες, σε συνοδεύει στο σπίτι, σε βάζει σε σκέψεις, τόσο για αυτά που συμβαίνουν γύρω σου, όσο και για εκείνα που αποφεύγεις να δεις, να πεις και να αντιμετωπίσεις.

Ακολουθώντας τα βήματα του Vinterberg, ο Παπασπηλιόπουλος δεν ανεβάζει απλώς ένα έργο για την κακοποίηση, τους θύτες και τα θύματά της. Δημιουργεί μια παράσταση – συνθήκη για αυτούς που βρίσκονται στο τραπέζι, στη γιορτή, που ακούν, βλέπουν, μαθαίνουν, και στο τέλος μένουν αμέτοχοι, συνεχίζοντας το φαγητό τους.

Αναβιώνοντας την εμπειρία μιας πραγματικής γιορτής, οι ηθοποιοί και συντελεστές της παράστασης υποδέχονται το κοινό στο φουαγιέ του θεάτρου, σαν να ανοίγουν τις πόρτες για το ίδιο τους το σπίτι – το σπίτι της Έλσε και του Χέλγκε. Σε μια αίθουσα κατάμεστη από κόσμο, με μουσική, με κάποιους να απολαμβάνουν το ποτό τους, και με τους ηθοποιούς να χαιρετούν τον κόσμο ως καλεσμένους τους, ο θεατής εισάγεται από την πρώτη κιόλας στιγμή στη συνθήκη μιας γιορτής, γίνεται μέρος και ενεργό κομμάτι της συνολικής εμπειρίας της παράστασης, και «υπακούει» ασυνείδητα στους άτυπους κοινωνικούς κανόνες μιας μάζωξης.

Οι οθόνες περιμετρικά της αίθουσας, λειτουργούν σαν «παράθυρα» στις σκοτεινές πτυχές της ζωής των μελών της οικογένειας, που ζουν με τη βαριά σκιά της τραυματικής εμπειρίας της αυτοκτονίας της μικρής κόρης, και επιχειρούν να κρύψουν ο καθένας τα δικά του μυστικά, κάτω από το πέπλο μιας επιβεβλημένης υποκριτικής τυπικότητας. Η επιλογή της διαμεσολάβησης της οθόνης και του video, για αυτά τα σημεία του έργου, υπογραμμίζει πιο έντονα την απόσταση μεταξύ φαινομένων και πραγματικότητας, του «είναι» και του «φαίνεσθαι» της κοινωνικής ζωής. Η θέση του θεατή, που μας καταδικάζει να έχουμε ανολοκλήρωτες, αποσπασματικές εικόνες των γεγονότων και υπονοούμενα, αποτελεί την πιο τρανή παραδοχή, ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε ποτέ με σιγουριά τι συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες, και ότι η άγνοιά μας αυτή είναι που εν μέρει αποτελεί γόνιμο έδαφος για τη βία και την κακοποίηση.

Με στοιχεία περιπατητικού θεάτρου και αυτοσχεδιασμού, η παράσταση ξεφεύγει από τα όρια της σκηνής και απλώνεται σε όλους τους χώρους του θεάτρου, με τον ίδιο τρόπο που μια τραγική αλήθεια αντηχεί σαν παραφωνία μέσα σε ένα δωμάτιο όπου γίνεται γιορτή. Μια αλήθεια που αποκαλύπτεται και μουδιάζει τους θεατές, τόσο λόγω του σκληρού περιεχομένου της, αλλά κυρίως λόγω της εμπλοκής  που και οι ίδιοι έχουν ως συνένοχοι, με την μοιραία αμηχανία και τη σιωπή τους.

Οι ερμηνείες και ο συντονισμός των ηθοποιών αποτελούν δείγμα εξαιρετικού θεάτρου και μαρτυρούν την προσοχή στη λεπτομέρεια, που έχει δοθεί σκηνοθετικά και κινησιολογικά. Με τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο να ενσαρκώνει με πλήρη συνέπεια και φυσικότητα τον κακοποιημένο γιο, που εξελίσσεται σε overachiever για να ξεφύγει από την καταπιεστική οικογένεια, αλλά παραμένει ένα φοβισμένο παιδί όσο η το τραύμα του καμουφλάρεται και η αλήθεια τον πνίγει. Κοντά του, ο Νίκος Μήλιας υποδύεται εξαιρετικά τον εξίσου «προβληματικό» αδελφό που αποζητά την αποδοχή του δεσποτικού πατέρα και έχει μια συγκρουσιακή σχέση με τον μεγαλύτερο αδελφό – αντίζηλό του.

Στους ρόλους των γονιών, οι Γιώργος Ζιόβας και Γιώτα Φέστα ερμηνεύουν αριστοτεχνικά το «αστικό» ζευγάρι, που δίνει μεγαλύτερη σημασία στην εικόνα της οικογένειάς του, παρά στα όσα πράγματι ζουν και αισθάνονται τα μέλη της, αντιμετωπίζοντας με αποστασιοποίηση ή ψυχρότητα την απομυθοποίησή τους, τη στιγμή που βλέπουμε έναν πατέρα να μετατρέπεται σταδιακά από φιγούρα εμπιστοσύνης, σε κακοποιητή και αδύναμο στόχο της οργής του γιου του, και μια μητέρα – σιωπηλή συνένοχο στην κακοποίηση.

Μια παράσταση όχι για το «γιατί» της κακοποίησης, αλλά για το «πώς» εμείς στεκόμαστε απέναντί της, που βρίσκεται δικαιολογημένα στην κορυφή των επιλογών του κοινού!

Festen

Δείτε επίσης