Βρισκόμαστε στην είσοδο του Φαραγγιού του Κοτσυφού, περίπου σαράντα πέντε λεπτά οδήγηση νότια από την πόλη του Ρεθύμνου. Λίγο πριν μπούμε στο επιβλητικό φαράγγι, με τους κάθετους βράχους που μοιάζουν να κρέμονται πάνω από τον δρόμο, στο μικρό χωριό Κάνεβος συναντάμε την Ταβέρνα του Ηλιομανώλη. Έναν μικρό ναό της τοπικής γαστρονομικής παράδοσης, που εδώ και λίγα χρόνια βρίσκεται στα χέρια των παιδιών του ιδρυτή της. Με σεβασμό σε όσα κληρονόμησαν, συνεχίζουν την ίδια μαγειρική φιλοσοφία. Στις κατσαρόλες, στα ταψιά και στα τσουκάλια σιγομαγειρεύονται κατσίκια, αρνιά, κοτόπουλα, λαγοί, βολβοί, άγρια χόρτα, σαλιγκάρια και ό,τι άλλο γεννά ο τόπος. Όλα μαγειρεμένα με μαεστρία και τη φροντίδα του σπιτικού φαγητού. Εδώ ζωντανεύει καθημερινά, χειμώνα και καλοκαίρι, το μικρό θαύμα που λέγεται κρητική κουζίνα.

Κατηφορίζοντας μέσα από το φαράγγι προς το Ροδάκινο, συναντάμε πρώτα το χωριό Σελλιά. Κάνουμε μια στάση για να επισκεφτούμε τα δύο μικρά τυροκομεία του χωριού. Από τη Φάρμα Σελλιά προμηθευόμαστε κατσικίσιο γιαούρτι, ενώ από τη Γαλακτοκομική Κρήτης δοκιμάζουμε παγωτό από κατσικίσιο γάλα με βανίλια και περγαμόντο. Συνεχίζοντας προς το Ροδάκινο, αρχίζει να εμφανίζεται από τη μια πλευρά το απέραντο γαλάζιο του Λιβυκού Πελάγους και από την άλλη οι άνυδρες πλαγιές, γεμάτες αιγοπρόβατα, φραγκοσυκιές και απότομα βράχια. Φτάνοντας στο Ροδάκινο το προσπερνάμε και κατευθυνόμαστε προς τον Κόρακα, την παραλία του χωριού με τα καθαρά νερά και τους εντυπωσιακούς βράχους. Εδώ πίνουμε μια παγωμένη μπύρα στο V&C Paradise, ένα όμορφο καφέ με τραπεζάκια κάτω από τις μουριές και θέα το βαθύ μπλε της θάλασσας. Αν αποφασίσουμε να μείνουμε, τα καθαρά και φροντισμένα δωμάτια της Κατερίνας στο Rodakino Bay είναι μια εξαιρετική επιλογή.

Δύο μόλις χιλιόμετρα δυτικότερα, ακολουθώντας τον παραλιακό δρόμο, φτάνουμε στην παραλία του Πολύριζου. Εκεί βρίσκεται η ταβέρνα Νίκος και Άννα, με τραπέζια σχεδόν πάνω στο νερό και ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι στη σκιά ενός αρμυρικιού. Η κουζίνα τους είναι αξιοσημείωτα καλή, με όλες τις αρετές της κατσαρόλας να εκφράζονται στο πιάτο. Δοκιμάζουμε πεντανόστιμα χορτοπιτάκια, ντολμαδάκια, τσιγαριαστό, αλλά και κολοκυθάκια από τον μπαξέ κομμένα λεπτά και τηγανισμένα σαν τραγανά τσιπς.

Μία παραλία πιο δυτικά, στον Περιστερέ, συναντάμε την Καντίνα του Μανώλη. Ένα μαγικό σημείο που ξεκίνησε πράγματι ως καντίνα και με τα χρόνια εξελίχθηκε σε ένα ήσυχο ταβερνάκι δίπλα στη θάλασσα, με τραπέζια κάτω από ένα μεγάλο χαρουπόδεντρο. Η κουζίνα παραμένει καλή, αν και δεν έχει πια το εκρηκτικό γευστικό ταμπεραμέντο των πρώτων χρόνων της. Επιλέγουμε τα πολύ νόστιμα γεμιστά, τους κολοκυθοανθούς και τον ψητό τόνο όταν είναι διαθέσιμος. Όσοι αγαπούν την ιστορία ίσως νιώσουν μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα εδώ, μαθαίνοντας πως από αυτήν ακριβώς την παραλία ο Πάτρικ Λη Φέρμορ και οι Κρητικοί συνεργάτες του φυγάδευσαν τον Γερμανό στρατηγό Κράιπε προς τη Βόρεια Αφρική, λίγες μέρες μετά την περίφημη απαγωγή του — μια από τις πιο τολμηρές επιχειρήσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ακόμη πιο δυτικά, περνώντας πλέον στον Νομό Χανίων και την περιοχή των Σφακίων, κατευθυνόμαστε προς την παραλία των Λάκκων. Εκεί θα βιώσουμε στην πράξη αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν from farm to table. Στην ταβέρνα Κιόνι, η οικογένεια Γλυνιαδάκη αποτελεί ζωντανό παράδειγμα του αρχέγονου οικονομικού κύκλου του τόπου που συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα. Ο πατέρας Στέλιος, βοσκός στο επάγγελμα, μαζί με τον γιο του Χρήστο φροντίζουν το κοπάδι τους σε κοντινά βοσκοτόπια πλούσια σε βότανα. Ο άλλος γιος, ο Σήφης, φροντίζει τις μέλισσές του και παράγει ένα εξαιρετικά αρωματικό θυμαρίσιο μέλι. Η μητέρα Χρυσούλα μεταμορφώνει αυτές τις πρώτες ύλες σε πεντανόστιμα πιάτα, ενώ την οργάνωση του μαγαζιού έχει η κόρη Μαρία. Δοκιμάζουμε χοιρινό με σύκα, χοιρινούς κεφτέδες, τσιγαριαστό αρνί και εξαιρετικά ντολμαδάκια. Τις Κυριακές, όταν ο καιρός το επιτρέπει, ο Σήφης με τον πατέρα του στήνουν το αντικριστό δίπλα στη θάλασσα, ενώ λίγο πιο πέρα βράζουν κεφάλια για να ετοιμάσει αργότερα η κυρά Χρυσούλα το περίφημο γαμοπίλαφο. Γύρω από τη φωτιά στήνεται συχνά ένα άτυπο chef’s table: ρακή, μικροί μεζέδες από το κρέας που ψήνεται και κουβέντες με τους ντόπιους. Αν πλησιάσετε με σεβασμό, ο βοσκός Στέλιος θα σας μιλήσει με μια σοφία απλή και βαθιά. Αρκεί να έχετε τα αυτιά και το μυαλό ανοιχτά.

Αφήνοντας πίσω μας το Φραγκοκάστελλο, ανηφορίζουμε προς τα ημιορεινά χωριά που οδηγούν στη Χώρα Σφακίων και από εκεί παίρνουμε τη μεγάλη ανηφόρα για την Ανώπολη. Η θέα από ψηλά είναι μαγική. Στο βάθος, η Γαύδος σπάει τη μονοτονία του μπλε. Φτάνοντας στην κορυφή, αντικρίζουμε το μεγαλείο των Λευκών Ορέων που υψώνονται πάνω από το ιστορικό χωριό της Ανώπολης και το εύφορο οροπέδιό της. Σταματάμε στην Ταβέρνα Ανώπολις, όπου σχεδόν όλα τα υλικά προέρχονται από τον μπαξέ της οικογένειας. Μην παραλείψετε να προμηθευτείτε το εξαιρετικό τους μέλι. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται ο Φούρνος του Ορφανουδάκη, όπου, αφού πιούμε μια ρακή με τον φιλόξενο κύριο Γιάννη, δοκιμάζουμε νόστιμα βουτήματα, παξιμάδια και κριτσίνια.
Κατευθυνόμενοι προς τον τελευταίο μας προορισμό, το χωριό Αη Γιάννης, περνάμε από τη μεταλλική γέφυρα που ενώνει τις δύο πλευρές του εντυπωσιακού Φαραγγιού της Αράδαινας. Το τοπίο γίνεται πιο άγριο, σχεδόν απόκοσμο. Ελιές και κυπαρίσσια φυτρώνουν πάνω σε σκληρή πέτρα και η φύση μοιάζει να ερμηνεύει τη σκληραγωγημένη ιδιοσυγκρασία των Σφακιανών — έναν χαρακτήρα που στάθηκε διαχρονικά εμπόδιο σε κάθε επίδοξο κατακτητή. Στον Αη Γιάννη, τον τελευταίο σταθμό πριν από τα απάτητα των Λευκών Ορέων, βρίσκουμε τον ξενώνα Αλώνια. Εκεί πίνουμε μια ρακή με γραβιέρα, ελιές, ντομάτα, απάκι και ό,τι άλλο έχουν να προσφέρουν οι φιλόξενοι άνθρωποι που τον διατηρούν.

Κάπου εδώ, στη σκιά του άγριου ορεινού τοπίου της Κρήτης, στο όριο της ανθρώπινης παρουσίας, αποχαιρετάμε τον ήλιο ακούγοντας τον ήχο της σιωπής. Και τότε περνά από το μυαλό μια απλή σκέψη: η Κρήτη είναι μια μάνα που πάντα βρίσκει τρόπο να ταΐζει με αγάπη όλα τα παιδιά της.